Η μείωση των εισοδημάτων από εργασία μειώνει τη ζήτηση και αποτρέπει τις επενδύσεις

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017


Η κατανομή του πλούτου στην Ελλάδα με αριθμούς


Σύμφωνα με τα στοιχεία των δύο πινάκων που παρατίθενται στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να συλλογιστούμε σε σχέση με τα μερίδια εργασίας και κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα και στην ΕΕ των 28 την περίοδο της οικονομικής κρίσης και του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, στο οποίο εισήλθε η ελληνική οικονομία το 2010.

Το μερίδιο της εργασίας στην ελληνική οικονομία την περίοδο εφαρμογής των μνημονίων μειώθηκε κατά πέντε μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ (από 49,4% το 2010 στο 44,8% το 2015). Αν περάσουμε στο μερίδιο της εργασίας προσαρμοσμένο με τους αυτοαπασχολούμενους, η μείωση αυξάνεται και φθάνει στις 6,2 μονάδες (από 73,7% το 2010 στο 67,5% το 2015).

Την ίδια περίοδο το μερίδιο της εργασίας στις χώρες της ΕΕ των 28, παραμένει περίπου σταθερό (το 2010 59,4%, το 2015 59,1%). Προσαρμοσμένο με το μερίδιο των αυτοαπασχολουμένων παρουσιάζει μείωση περίπου κατά μία μονάδα (το 2010 70,5%, το 2015 69,6%). Σημειώνουμε την πρώτη ιδιομορφία της ελληνικής οικονομίας: οι αυτοαπασχολούμενοι συμμετέχουν στο μερίδιο της εργασίας σε διπλάσιο ποσοστό από τον μέσο όρο της ΕΕ των 28.

Αυξάνονται τα κέρδη


Το μερίδιο των κερδών παρουσιάζει αύξηση τα τελευταία τρία έτη της περιόδου 2010-2015 (2013, 2014 και 2015), μετά από ένα βύθισμα το έτος 2012. Αντιθέτως στην ΕΕ των 28 παρουσιάζει σε σχέση με το έτος 2010 μικρή μείωση, η οποία υποχωρεί το 2015.

Το μερίδιο των κερδών ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ελληνική οικονομία, παρά την κρίση υπερβαίνει το αντίστοιχο μέσο όρο της ΕΕ των 28 τα τρία τελευταία έτη (2013, 2014 και 2015). Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι το μερίδιο των κερδών, ως ποσοστό του ΑΕΠ την περίοδο 2000-2009 υπερέβαινε κατά πολύ το αντίστοιχο μερίδιο των κερδών της ΕΕ των 28 την ίδια περίοδο (πίνακας 2, τέταρτη στήλη).

Σε ολόκληρη την αναφερόμενη περίοδο 2000-2015, οι ετήσιες ακαθάριστες ιδιωτικές επενδύσεις (πλην κατοικιών) ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα είναι μικρότερες από τις αντίστοιχες της ΕΕ των 28. Είναι η δεύτερη παρατηρούμενη ιδιομορφία της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ των 28.

Ειδικότερα: την περίοδο 2000-2009 ο ετήσιος μέσος όρος των ιδιωτικών επενδύσεων (πλην κατοικιών) ήταν στην Ελλάδα 9,7%, ενώ στην ΕΕ των 28 ήταν αντίστοιχα 13%. Αυτό συμβαίνει παρότι στην Ελλάδα υπήρχαν δύο παράγοντες που ωθούσαν προς την αντίθετη κατεύθυνση:
Πρώτον, ο ετήσιος μέσος όρος του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ ήταν μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο μέσο ετήσιο ρυθμό του ΑΕΠ της ΕΕ των 28.
Δεύτερον, το μερίδιο των κερδών ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν επίσης μεγαλύτερο στην Ελλάδα από την ΕΕ των 28.

Μείωση των επενδύσεων


Την περίοδο της κρίσης 2009-2015 ο ετήσιος μέσος όρος των ιδιωτικών επενδύσεων (πλην κατοικιών) ήταν στην Ελλάδα 7,5% του ΑΕΠ. Δηλαδή, υπήρξε μείωση κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίστοιχα στην ΕΕ των 28 ήταν 11,9% του ΑΕΠ. Δηλαδή, υπήρξε μείωση περίπου μιας ποσοστιαίας μονάδας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του ανοίγματος μεταξύ της Ελλάδας και της ΕΕ των 28.

Η μείωση του μεριδίου εργασίας, όπως γίνεται κατανοητό, προκάλεσε αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας με σοβαρές μακροοικονομικές επιπτώσεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι το διαθέσιμο εισόδημα από αμοιβές εργασίας περιορίστηκε και εξαιτίας της αυξημένης φορολόγησης των τελευταίων ετών.
Αυτή η μείωση των εισοδημάτων της εργασίας περιόρισε τη μείωση τόσο των κερδών όσο και των άλλων εισοδημάτων του κεφαλαίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι το 2015 υπήρξε αύξηση των εισοδημάτων του κεφαλαίου. Η αναδιανομή σε βάρος των εισοδημάτων από εργασία, της οποίας η ροπή προς κατανάλωση είναι υψηλή, επηρέασε αρνητικά την ιδιωτική κατανάλωση.

Αντιθέτως, η αύξηση του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος δεν προκάλεσε ευδιάκριτη ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης. Στις παραπάνω μειώσεις του διαθέσιμου εισοδήματος από εργασία πρέπει να προσθέσουμε και την αύξηση της πραγματικής επιβάρυνσης των μισθωτών από την αποπληρωμή των δανείων τους προς τις τράπεζες. Αν και το κόστος εξυπηρέτησης παρέμεινε αμετάβλητο σε ονομαστικούς όρους, αυξήθηκε ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος.

Η αρνητική επίδραση της διανομής του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας δημιουργεί διαδοχικούς κύκλους περαιτέρω κάμψης της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του άξονα ανεργία-μισθοί-ιδιωτική κατανάλωση.

Η διατήρηση του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος σε υψηλά επίπεδα θα μπορούσε να αποτελέσει κίνητρο για επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Αυτό, ωστόσο, δεν συμβαίνει στην παρούσα συγκυρία. Οι λόγοι μπορεί να είναι δύο:
είτε επειδή οι επιχειρήσεις διαθέτουν ακόμη αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό είτε επειδή χρησιμοποιούν τα έσοδά τους για να αποπληρώσουν χρέη ή για να διασφαλίσουν τη ρευστότητα που υπό κανονικές συνθήκες θα τους παρείχε το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Επιβεβαιώνεται ακόμα μία φορά ότι η άνοδος της κερδοφορίας μπορεί να ενισχύσει τις επενδύσεις και το ΑΕΠ μόνο υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν θετικές προσδοκίες για αύξηση της ζήτησης.


Ο Κώστας Μελάς διδάσκει oικονομικά στο Πάντειο πανεπιστήμιο
ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ