Το Μανιφέστο του Κοινωνισμού

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018



Το Μανιφέστο του Κοινωνισμού





Μέρος Πρώτο:Ιδεολογικές Αρχές


Κωστής Ανετάκης

Σημείωση: Το παρακάτω σύγγραμμα δεν θεωρείται ως θέσφατο αλλά αποτελεί την δική μας συνεισφορά στο ενιαίο δημοκρατικό κίνημα και είναι ανοικτό σε ευρεία διαβούλευση...





Εισαγωγή



Δεν κάνω και δεν έκανα ποτέ καμιά απολογία υπέρ της αδράνειας.
Εδώ δράση μας είναι ο λόγος. Μιλώ εξ ονόματός μου
και δίνω στον εαυτό μου το δικαίωμα της κριτικής και των προτάσεων.
(Κορνήλιος Καστοριάδης)



Ο 20ος αιώνας υπήρξε ένα απέραντο εργαστήρι και πεδίο δοκιμών πολιτικών συστημάτων και ιδεολογιών. Ιδέες που γεννήθηκαν μες στον 19ο ή και στον ίδιο τον 20ο αιώνα, είχαν την ευκαιρία να εφαρμοστούν επί δεκαετίες σε μεγάλα τμήματα του πλανήτη, να συγκρουστούν, ν’ αλληλεπιδράσουν με όλους τους δυνατούς τρόπους.

Είδαμε τον Κομμουνισμό ως επαναστατικό κίνημα και ως Υπαρκτό Σοσιαλισμό, την αστική Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, τον Φασισμό, τον Ναζισμό και στα τέλη του αιώνα τον Νεοφιλελευθερισμό και τον Κρατικό Καπιταλισμό (το κινέζικο μοντέλο), που σήμερα κυριαρχούν σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Επαναστάσεις, πόλεμοι, -θερμοί και ψυχροί, τοπικοί και παγκόσμιοι-, δικτατορίες, ειρηνικές περίοδοι οικονομικής ανάπτυξης, ιλιγγιώδη χρηματιστηριακά κραχ, άνοδος και πτώση αυτοκρατοριών, σημάδεψαν το παγκόσμιο γίγνεσθαι, ένας αιώνας πυκνότερος σε πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις από κάθε άλλον προηγούμενο.

Τούτο οφείλεται στην έκρηξη της επιστημονικής και τεχνολογικής εξέλιξης, που συντελέστηκε από τις αρχές του 20ου αιώνα και τον χαρακτήρισε ως αιώνα της προόδου. Εντούτοις, παρά τις βάσιμες ελπίδες που γεννήθηκαν για την επίλυση των διαρκών προβλημάτων της ανθρωπότητας και την επίτευξη ενός πολιτισμού αντάξιου του τίτλου του, κάτι τέτοιο δεν κατέστη εφικτό.

Ενώ η τεχνολογική ανάπτυξη προσέφερε τη δυνατότητα παραγωγής επαρκούς πλούτου για την ευημερία ολόκληρου του πλανητικού πληθυσμού, αυτό στην πραγματικότητα γέννησε στις κυρίαρχες τάξεις μια ακόρεστη λαχτάρα για αποκλειστική νομή της παραγόμενης αφθονίας, προκειμένου ν’ αποχτήσουν πρωτοφανή εξουσία, που ούτε ο ισχυρότερος αρχαίος Φαραώ θα μπορούσε να διανοηθεί.

Ίσως επειδή όλα τα συστήματα που δοκίμασαν τις ικανότητές τους στον στίβο του 20ου αιώνα ήταν κατά βάση κυριαρχικά, δηλαδή στηρίζονταν στην άσκηση εξουσίας μια μικρής κάστας ή ελίτ, πάνω σε ευρείες πλειοψηφίες ή μάζες.

Ο Σοσιαλισμός με τις ποικιλόμορφες εκφάνσεις του, που εκπορεύτηκαν κυρίως από τη πολύγονη μήτρα του Μαρξισμού, υπήρξε η ιδεολογία που κατ’ εξοχήν υποστήριξε τη δίκαιη (ή έστω δικαιότερη) κατανομή του πλούτου και της εξουσίας υπέρ των εργαζόμενων λαϊκών τάξεων. Το τέλος του αιώνα ωστόσο τον βρήκε βαριά ηττημένο πολιτικά και απαξιωμένο ιδεολογικά.

Ο μεγάλος του αντίπαλος, ο Καπιταλισμός, αμέσως μετά τη νίκη του ηττήθηκε κι αυτός, καθώς δυο νέες ακραίες κυριαρχικές ιδεολογίες, ο Νεοφιλελευθερισμός και ο Κρατικός Καπιταλισμός, τον διαδέχτηκαν δίχως καμιά καθυστέρηση.

Έχει ειπωθεί ότι στην πραγματικότητα ο Νεοφιλελευθερισμός πρόκειται για το πραγματικό πρόσωπο του Καπιταλισμού, όταν αυτός δεν έχει κάποιον να του αντιταχθεί. Αυτή η θεώρηση θα τόνιζε σε υπερθετικό βαθμό την τεράστια έλλειψη ισορροπίας και μέτρου που διακατέχει το ανεξέλεγκτο Κεφάλαιο στη γενική του μορφή, ωστόσο δεν είναι απόλυτα ορθή.

Ακριβέστερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Νεοφιλελευθερισμός και ο Κρατικός Καπιταλισμός, αποτελούν εναλλακτικές εξελίξεις του κλασικού Καπιταλισμού, όταν αυτός δεν έχει κάποιου είδους Σοσιαλισμό ως αντίπαλο δέος.

Γιατί πέρα απ’ τους εφήμερους ορισμούς και τα ονόματα ιδεολογιών που μεταβάλλονται στη ροή του χρόνου, πίσω από κάθε ιδεολογική και κοινωνική σύγκρουση σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας, υπόκειται μια βασική κι αναλλοίωτη υπαρξιακή πάλη: Οι λίγοι εναντίον των πολλών, οι ελίτ απέναντι στους λαούς.

Το ιστορικό εκκρεμές στις μέρες μας κινείται προς την ακραία συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στα χέρια όλο και λιγότερων, ωστόσο είναι φανερό ότι τούτη η προαιώνια διαμάχη δεν έχει ακόμα κριθεί κι ο πανάρχαιος λογαριασμός δεν έχει κλείσει.

Το μεγάλο δυστύχημα είναι πως, ενώ βαδίζουμε στα μέσα της δεύτερης πια δεκαετίας του νέου αιώνα, ο σοσιαλιστικός χώρος παραμένει ακόμα πακτωμένος, σαν κουνούπι μέσα σε κεχριμπάρι, στην τελευταία δεκαετία του προηγούμενου, ανίκανος να συνέλθει από το σοκ της αναμενόμενης πάντως ήττας. Θα μπορούσε κάποιος να σημειώσει, με μια δόση κυνισμού, ότι κανείς δεν ασχολείται πια επιστημονικά με τον Μαρξισμό, καθώς αυτό δεν αποφέρει τα προς το ζην, αφού δεν υπάρχει πια κανείς για να χρηματοδοτεί τέτοιες δραστηριότητες.

Οι σοσιαλιστές, αδυνατούν ν’ αντιληφθούν και ν’ αναλύσουν τους πραγματικούς λόγους που επέφεραν τούτη τη συντριβή και παραμένουν επί είκοσι πέντε χρόνια σε μόνιμη φάση άρνησης. «Δεν ηττηθήκαμε εμείς, απλά οι άλλοι μας νίκησαν». Οι περισσότεροι το βρήκαν ευκολότερο ν’ αλλάξουνε στρατόπεδο.

Δεν θα είχαμε στην πραγματικότητα κανένα λόγο να συζητάμε για ηττημένες πολιτικές αντιλήψεις και σαστισμένους ιδεολόγους, αν ο κόσμος τραβούσε, ως όφειλε, μπροστά. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Οι επικρατούσες ιδεολογίες όχι μόνο δεν κατάφεραν –ούτε καν επιχείρησαν- να δώσουν τις προσδοκώμενες λύσεις στα παγκόσμια προβλήματα, όχι μονάχα τα επέτειναν σ’ έσχατο βαθμό, αλλά δημιούργησαν και πολλά νέα, που φτάνουν ν’ απειλούν την επιβίωση της ανθρωπότητας πάνω στο γαλάζιο πλανήτη.

Οι παγκόσμιες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες μοιάζουν τόσο πολύ μ’ αυτές των πρώτων δεκαετιών του 20ου, που θα ‘λεγε κανείς ότι ο αιώνας δάγκωσε την ουρά του, με ανεπίδεκτο μαθήσεως κυνισμό, σ’ έναν ιστορικό φαύλο κύκλο.

Η πρόοδος της ανθρωπότητας, που είχαν προβλέψει οι οπτιμιστές στοχαστές ότι θα είχε ήδη έρθει, δεν έφτασε ποτέ. Αντίθετα, όλα μοιάζουν να οδηγούν σε μια τρομακτική δυστοπία, που θα έκανε τον Α. Χάξλεϋ, τον Τ. Όργουελ, τον Φ. Ντικ και τον Γ. Γκίμπσον να στριφογυρνάνε στους τάφους ή στα κρεβάτια τους μ’ εφιάλτες.

Έτσι καθίσταται επιτακτική η ανάγκη δημιουργίας ενός αληθινού ιδεολογικού αντίβαρου, απέναντι στον αδηφάγο παρανοϊκό Λεβιάθαν του Κεφαλαίου, που ρημάζει τον πλανήτη. Χρειαζόμαστε έναν Σοσιαλισμό και τον χρειαζόμαστε τώρα! Όχι όμως τον Σοσιαλισμό του 20ου αιώνα. Αυτός είχε την ευκαιρία του κι έδειξε τις αδυναμίες του, σε σημείο να γίνει μέχρι και απεχθής στις λαϊκές μάζες.

Η πικρή εμπειρία του Ελληνισμού, που για πρώτη φορά αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο της εξάλειψης, είναι ενδεικτική του τι πρόκειται ν’ ακολουθήσει σε παγκόσμιο επίπεδο, αν το νεοφιλελεύθερο κτήνος παραμείνει ξεκαπίστρωτο.

Όσοι από εμάς καταφέραμε να συνέλθουμε, έστω κι αργά, από τον ιδεολογικό λήθαργο της δεκαετίας του 1990, όσοι βαρεθήκαμε ν’ ακούμε πως «δεν γίνεται τίποτα», κείνοι που δεν εννοούμε να δεχτούμε «το τέλος της Ιστορίας», αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε τις πεποιθήσεις, τις βεβαιότητες και τη χρόνια άρνηση και τολμήσαμε να κοιτάξουμε κατάματα την πραγματικότητα και ν’ αφήσουμε και κείνη να κοιτάξει μέσα μας. Πιάσαμε τον βασανίτη λίθο μας, μαζί με τα διαλεκτικά εργαλεία της ανάλυσης και της σύνθεσης, βάλαμε κάτω τα εμπειρικά δεδομένα που μας προσέφερε αφειδώλευτα το πολιτικό-κοινωνικό εργαστήρι του 20ου, ανασκοπήσαμε τη σύγχρονη επιστημονική γνώση κι επιχειρήσαμε να εισάγουμε τον Σοσιαλισμό στον 21ο αιώνα.




Ο Κοινωνισμός


Καθετί, ο άνθρωπος και η σκιά του, ο άνθρωπος και η κίνησή του,
ο άνθρωπος και η ποίησή του, είναι στηριγμένο σε μια κοινότητα,
κάθε φορά και πιο εκτεταμένα, σε μιαν άσκηση
που θα συγκροτήσει για πάντα μέσα μας
την πραγματικότητα και τα όνειρα
(Πάμπλο Νερούντα)



Είναι η σοσιαλιστική ιδεολογία του 21ου αιώνα, ο Ελληνικός Ανθρωποκεντρικός Σοσιαλισμός (Societism). Διατρέχεται απ’ τα κλασικά διαλεκτικά μαρξιστικά εργαλεία, αλλά κι από τη ριζική διαλεκτική κριτική του μαρξισμού που άσκησε ο Κ. Καστοριάδης, συνάμα με τις κυριότερες αξίες που έχει διαχρονικά να προσφέρει ο ελληνικός πολιτισμός, τον Ορθολογισμό, τον Ανθρωπισμό, το Μέτρο, την Αρμονία, το Κάλλος, την Απλότητα, πάνω απ’ όλα τη Δημοκρατία.

Δίχως τη χρεία μακροσκελών θεωρητικών αναλύσεων και υπό το φως της πικρής μα πολύτιμης εμπειρίας του σύγχρονου γίγνεσθαι, ο Κοινωνισμός φιλοδοξεί ν’ αποτελέσει ένα συμπαγές, συνεπές κι ευέλικτο ιδεολογικό υπόστρωμα, ένα πολιτικό εργαλείο ικανό ν’ απαντήσει, σε πρώτη φάση, στα υπαρξιακά ζητήματα που απειλούν τον Ελληνισμό και κατ’ επέκταση στα κοινά προβλήματα που ταλανίζουν ολάκερο τον πλανήτη.

Οραματιζόμαστε τη Λευτεριά. Μια Ελλάδα ανεξάρτητη, αυτεξούσια, μια χώρα δημιουργική, οργανωμένη και πολύκαρπη, μια δημοκρατική Πολιτεία που υπηρετεί τους πολίτες της, έναν λαό ενωμένο κι αδιαίρετο.

Οραματιζόμαστε την Επανάσταση, ψυχική, πολιτική, πατριωτική, πολιτισμική, σε όλα τα επίπεδα. Πρότυπο μας ο επαναστατημένος άνθρωπος του Καμύ, αλλά κι ο αριστοτελικός πολίτης, ικανός να κυβερνήσει και να κυβερνηθεί.

Ζητάμε πρώτα απ’ όλα να επαναστατήσουμε ενάντια στους εαυτούς μας. Ν’ αφήσουμε πίσω μας οριστικά την παθογένεια και την παρακμή και να συμβάλουμε αποφασιστικά, ώστε ο Ελληνισμός να βαδίσει μ’ αταλάντευτο βήμα στον νέο αιώνα, που έχει έρθει πια για τα καλά. Απορρίπτουμε ριζικά τις νεοφιλελεύθερες και σοσιαλφιλελεύθερες μυθολογίες περί ουσιαστικής ανυπαρξίας εναλλακτικού δρόμου απέναντι στο καπιταλιστικό σύστημα και στη μαζική κοινοβουλευτική δημοκρατία που το συμπληρώνει και το υπηρετεί.

Καίρια επιδίωξη των Κοινωνιστών, είναι η σύμπηξη μιας ιδεολογικής πρωτοπορίας, που να ωθεί και να διευκολύνει την εμφάνιση των αναγκαίων επαναστατικών συνθηκών, ώστε το μαζικό κίνημα να ξεδιπλώσει τις ικανότητές του και να παλέψει ενάντια στην εκμετάλλευση και στην καταπίεση.

Είναι προφανές, για κάποιον που ξεκινάει από τον μαρξισμό αλλά αναζητά να τον υπερβεί διαλεκτικά, ότι κάθε εξέλιξη στο επίπεδο της θεωρίας δεν μπορεί παρά ν’ αποτελεί συνέπεια κοινωνικών διεργασιών, στο επίπεδο της πραγματικής ιστορίας, συνδέεται δηλαδή με την ιστορική πορεία του εργατικού κινήματος και με τις σημερινές προοπτικές για την ανάληψη επαναστατικής δράσης.

Ο Κοινωνισμός εδράζεται πάνω σε τρεις θεμελιώδεις ιδεολογικούς πυλώνες: Τον Πατριωτικό, τον Ταξικό και τον Διεθνιστικό. Κατά τη δική μας άποψη, πρόκειται για μια τριάδα ομοούσια κι αδιαίρετη, πράγμα που θα προσεγγίσουμε αναλυτικότερα στα παρακάτω.

Στην πραγματικότητα, για όσους έχουν στοιχειωδώς έστω ασχοληθεί με τις βασικές Μαρξιστικές και Λενινιστικές θεωρήσεις, πρωταρχικές για τους ορισμούς του Σοσιαλισμού, κάτι τέτοιο θα θεωρείτο αυτονόητο. Όμως δεν έχουμε ν’ απευθυνθούμε μόνο σ’ αυτούς, αφού η πλειοψηφία δεν είναι εξοικειωμένη με πολιτικές γραφές παλιότερες του ενός αιώνα. Έτσι θα χειριστούμε τα βασικά ζητήματα με τρόπο περισσότερο ταιριαστό με την εποχή που διανύουμε.

Κύριοι ιδεολογικοί μας αντίπαλοι είναι ο Νεοφιλελευθερισμός και ο Κορπορατισμός, κοντολογίς η απόλυτη κυριαρχία του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, της τραπεζοκρατίας και των εταιρικών συμφερόντων, πάνω σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης, της γης, των υδάτων, τ’ ουρανού, ακόμα και της γενετικής δεξαμενής. Εναντιωνόμαστε στην απαλλοτρίωση κάθε φυσικού και ανθρώπινου πόρου, στην ιδιοποίηση κάθε μορφής υλικού ή πνευματικού πλούτου, από μια υπερεθνική ελίτ που θεωρεί ότι δικαιωματικά της ανήκουν.

Σε αντίθεση με τα σαθρά επιχειρήματα του Κοινωνικού Δαρβινισμού, που επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη βιολογία, και ιδιαίτερα την εξελικτική θεωρία, ώστε να θεμελιώσει ψευδοεπιστημονικά την τυραννική επικράτηση του ισχυρότερου, ο Κοινωνισμός θεωρεί ότι ο άνθρωπος έχει εξελιχθεί, μετά από τρία εκατομμύρια χρόνια φυσικής επιλογής, ως είδος κοινωνικό και πως η φυσική του τάση δεν είναι ο συνεχής ανελέητος ανταγωνισμός του καθενός, μέχρι την εξαφάνιση ή την υποδούλωση όλων των υπολοίπων, αλλά η συνεργατικότητα.

Όπως έγραψε και ο Α. Αϊνστάιν, «το άτομο είναι ικανό να αισθάνεται, να μοχθεί και να εργάζεται από μόνο του. Όμως εξαρτάται τόσο πολύ από την κοινωνία, ως προς τη φυσική, διανοητική και συναισθηματική του ύπαρξη, που είναι αδύνατο να τον διανοηθούμε έξω από το κοινωνικό πλαίσιο. Η κοινωνία του παρέχει τροφή, ρουχισμό, κατοικία, τα εργαλεία της εργασίας του, τη γλώσσα, τις μορφές της σκέψης και μεγάλο μέρος από το ίδιο το περιεχόμενο της σκέψης. Η ζωή του βασίζεται στο έργο και στα επιτεύγματα πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων, στο παρελθόν και στο μέλλον, οι οποίοι κρύβονται πίσω από τη μικρή λέξη “κοινωνία”».

Δεν είναι άλλωστε διόλου συνηθισμένο στη φύση, το παράδειγμα όπου ο ένας εξολοθρεύει όλους τους άλλους, προκειμένου να έχει αποκλειστική πρόσβαση σε πόρους. Μόνο στους Δαίμονες της Τασμανίας παρατηρείται κάτι τέτοιο κι αυτοί είναι είδος που τείνει σ’ εξαφάνιση. Όμως οι άνθρωποι δεν είναι τασμανικοί λύκοι. Η υπερσυσσώρευση πόρων κι εξουσίας, αποτελεί ανεπίτρεπτο βιασμό της φυσικής ροής και γι’ αυτό νομοτελειακά επιφέρει καταστροφικές συνέπειες.

Η κεντρική φαντασιακή σημασία του καπιταλισμού, η απεριόριστη επ’ άπειρον αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων και γενικότερα η απεριόριστη αύξηση μιας ορθολογισμένης κυριαρχίας πάνω στη φύση και πάνω στους ανθρώπους, είναι εντελώς άλογη, αυθαίρετη κι ενάντια στην αντικειμενική πραγματικότητα, όσο κι αν παρουσιάζεται ως δήθεν ορθολογική.

Σε πείσμα του θατσερικού αφορισμού, που επιχείρησε να καταργήσει εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης μέσα σε δύο δευτερόλεπτα, αξιώνοντας ότι «δεν υπάρχει κοινωνία, παρά μόνο τα άτομα και οι οικογένειές τους», στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μεμονωμένος νους που να είναι από μόνος του ικανός να επιλύσει τα προβλήματα της επιβίωσης μιας κοινότητας, ενώ η συλλογική διάνοια είναι πάντοτε ανώτερη της ατομικής, όταν οι άνθρωποι αφήνονται, έστω και για λίγο, να συνδιαλλαχθούν ελεύθερα. Ο ατομισμός διαχρονικά έχει κάνει την ανθρωπότητα βλακωδέστερη και ποτέ καλύτερα προσαρμοσμένη στο περιβάλλον της.

Μέσα σε μια αρμονική ομάδα, η συνολική διάνοια είναι πολλαπλάσια από το άθροισμα της νόησης των μελών της. Η ζωή είναι πληθυσμιακό φαινόμενο, διδάσκει η επιστήμη, και τ’ ανθρώπινα συστήματα –κοινωνία, οικονομία, πολιτική κλπ- δεν μπορεί παρά να είναι συλλογικά. Συλλογική είναι και η δράση μας κι η κοινή λογική η πυξίδα μας.

Απορρίπτουμε απερίφραστα τις ηγεμονικές συμπεριφορές, τα κάθετα προκατασκευασμένα σχήματα και τον γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό, καθώς η πράξη έχει περίτρανα αποδείξει ότι, αντί αυτά ν’ αθροίζουν δυνάμεις, στην πραγματικότητα έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Ο Κοινωνισμός αντλεί την ισχύ του από τον συντονισμό και την εναρμόνιση της συλλογικής διάνοιας, με την ανάπτυξη κοινών οργανικών δεσμών, κι όχι από τη σιδηρά πυγμή και την ιδιοφυία οποιουδήποτε ηγεμόνα, φύρερ ή δεσπότη, πεφωτισμένου και μη.

Δεν μπορούμε εντούτοις να παραβλέψουμε, ότι μια πολιτική δύναμη που στα σοβαρά φιλοδοξεί να μοχθήσει για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, χρειάζεται μια λειτουργική μορφή οργάνωσης και δεν διαθέτει την πολυτέλεια της αέναης διαβούλευσης, μπροστά στον περιορισμένο πολιτικό χρόνο και το τιτάνιο έργο που καλείται να φέρει σε πέρας. Γι’ αυτόν τον σκοπό απαιτείται ένας διαλεκτικός συγκερασμός κεντρικής ηγεσίας (και όχι ηγεμονίας) και δημοκρατικής διαβούλευσης, όπως υπογραμμίζει και η Μάρτα Χάρνεκερ, τον οποίο εμείς αποκαλούμε Δημοκρατική Συγκρότηση. Αυτή θα διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου, σύμφωνα με το πρότυπο άμεσης δημοκρατίας που διαπνέει το μοντέλο της Ελληνικής Πολιτείας, το οποίο θα παρουσιαστεί στο δεύτερο μέρος αυτού του συγγράμματος.

Είμαστε οι Κοινωνιστές, οι πολίτες του 21ου αιώνα. Είμαστε ο άνεμος που φουσκώνει πλησίστια τα πανιά του μέλλοντος, προς την εξελικτική ανέλιξη της ανθρωπότητας, πέρα απ’ το «αρπακτικό στάδιο» στο οποίο ο καπιταλισμός την έχει εγκλωβίσει.




Η Λειτουργική Τάξη


Κάθε μεγάλη επανάσταση είναι λαϊκή ή εθνική,
με την έννοια ότι συγκεντρώνει γύρω από την επαναστατική τάξη
όλες τις ζωντανές δυνάμεις του έθνους
και τις ανασυγκροτεί γύρω από ένα νέο άξονα.
Η εργατική τάξη, ως πολιτική τάξη, είναι εθνική…
(Λέων Τρότσκι)



Ρίχνοντας εξεταστικά τη ματιά μας στην μαρξιστική θεώρηση της ταξικότητας, υπό το φως της πρακτικής εμπειρίας που μας κληροδότησε ο 20ος αιώνας, συμπεραίνουμε ότι πράγματι πρόκειται για μια απ’ τις σημαντικότερες και πλέον αναγκαίες συνθήκες κοινωνικής σύνθεσης, κατά συνέπεια αποτελεί βασικό κι αναπόσπαστο πυλώνα του Κοινωνισμού.

Η αταξική σκέψη δεν αποτέλεσε τυχαία ένα από τα αποφασιστικότερα όπλα του Νεοφιλελευθερισμού, στην πορεία του προς την απόλυτη επικράτηση. Οι εργαζόμενες τάξεις χωρίς ταξική συνείδηση, αποτελούν έρμαιο των δυνάμεων του Κεφαλαίου, το οποίο έχει πλήρη ταξικότητα από τη δική του πλευρά, κι οι κυρίαρχες ελίτ, παρά τους επιμέρους ανταγωνισμούς τους, εμφανίζονται ταξικά συμπαγείς κι αποφασισμένες.

Είναι ωστόσο πρόδηλο το γεγονός ότι, καθώς ο 21ος αιώνας προχωράει, το κλασικό ταξικό μοντέλο, που ως βάση του έχει το προλεταριάτο και το εργατικό κίνημα εν γένει, έφτασε στα όρια του εννοιολογικού του βεληνεκούς και δεν δύναται πια να ερμηνεύσει επιτυχώς τα φαινόμενα.

Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι αφενός το καπιταλιστικό παραγωγικό σύστημα έχει μεταβληθεί σημαντικά με τον χρόνο. Η παγκόσμια επικράτηση του υπερεθνικού χρηματοπιστωτικού έναντι του κλασικού παραγωγικού κεφαλαίου και η διοχέτευση της εργασίας στον τριτογενή τομέα, ιδιαίτερα στις χώρες της ανεπτυγμένης Δύσης, αφαίρεσε απ’ το παραδοσιακό προλεταριάτο την μαζική ταξική εκπροσώπηση που διέθετε έναν αιώνα πριν.

Ειδικότερα στο ελλαδικό παράδειγμα, η πλήρης κατάρρευση κάθε παραγωγικής δραστηριότητας, η οποία συντελέστηκε με αξιοθαύμαστη συνέχεια και συνέπεια κατά τη διάρκεια της συμμετοχής της χώρας στην ΕΟΚ-ΕΕ, συνέδραμε τα μέγιστα στον πολυκερματισμό της προλεταριακής εργατικής τάξης, με συνέπεια την απάλειψη κάθε έννοιας ταξικής συνείδησης εντός της ελληνικής κοινωνίας.

Αυτό ήταν κάτι το οποίο η Αριστερά της Πτώσης (η σαστισμένη κι απεγνωσμένη για επιβίωση μικροαστική ευρωαριστερά που προέκυψε μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου) απέτυχε ή δεν θέλησε να διαγνώσει κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Αντίθετα συνετέλεσε με τον τρόπο της στην ταξική αποκλιμάκωση, επικεντρώνοντας τη δράση της στην υπεράσπιση ατομικών κυρίως δικαιωμάτων, δίχως καμιά ουσιώδη αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος.

Πολιτεύτηκε κοτσάροντας ένα «αντί» σε κάθε ιδεολόγημα του καπιταλισμού και του φασισμού, χαρίζοντας έτσι διαρκώς την πρωτοβουλία στον αντίπαλο, μέχρι που έφτασε να του μοιάζει ανατριχιαστικά, αφού για δεκαετίες σύρθηκε ξωπίσω του κι αντικατοπτρίστηκε στη στιλπνή του επιφάνεια.

Απέκοψε τον εαυτό της από το κοινωνικό γίγνεσθαι, ενδύθηκε την τήβεννο μιας αυτοενάρετης ηθικής υπεροχής και σταδιακά προσχώρησε στις νεοφιλελεύθερες αντικοινωνικές θεωρήσεις και στάσεις έναντι του «λαϊκιστικού, ρατσιστικού και αμόρφωτου» κατά τη γνώμη τους πόπολου, ανάξιου σωτηρίας κι ακατάλληλου για την πεφωτισμένη ηγεσία τους.

Όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Η μικροαστική Αριστερά της Πτώσης προσχώρησε στον Εθνομηδενισμό, ο οποίος θα μπορούσε να συμπυκνωθεί ενδεικτικά στον αφορισμό «Κοιμάσαι πατριώτης, ξυπνάς φασίστας».

Μολονότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι παντελώς αυθαίρετος και ιδεολογικά ατεκμηρίωτος, στην πραγματικότητα απονεύρωσε τόσο καίρια το λαϊκό κίνημα, εξασθένισε σε τέτοιο βαθμό τις λαϊκές αντιστάσεις, που έτσι εξηγείται θαυμάσια η μέχρι σήμερα αδυναμία του ελληνικού λαού να προβάλει οποιαδήποτε σοβαρή αντίσταση στην ιμπεριαλιστική επίθεση την οποία δέχτηκε η χώρα και την κακήν κακώς υποταγή του στη νεοφιλελεύθερη γερμανική κατοχή.

Το γεγονός ότι η ανάπτυξη του Εθνομηδενισμού συμπίπτει χρονικά με την παράλληλη ανάπτυξη της ταξικής αφασίας, καταδεικνύει έμμεσα το δίκαιο του ισχυρισμού μας, ότι το ταξικό είναι αναπόσπαστα συνυφασμένο με το εθνικό και η μοίρα του ενός, ακολουθεί την εξέλιξη του άλλου.

Ας λάβουμε επιπλέον υπόψη, ότι ηγετική θέση σε τούτη τη διαβρωτική εκστρατεία του Εθνομηδενισμού εξαρχής κατείχε ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ. Με δεδομένη την άνευ όρων υποταγή του στη νεοφιλελεύθερη γερμανική Ευρωκρατορία και τον ρόλο του δούρειου ίππου που έπαιξε για την πλήρη εκποίηση της χώρας, μπορούμε αβίαστα να διαγνώσουμε ποιον ακριβώς υπηρετεί η μικροαστική Αριστερά της Πτώσης και για ποιον λόγο έχει οδηγήσει το μαζικό κίνημα στη συντριπτική φαινομενικά ήττα που βιώνει σήμερα.

Η κατακρεούργηση των κοινωνικών δικαιωμάτων των Ελλήνων ήρθε ως αυτονόητο αποτέλεσμα του αποικιακού χαρακτήρα των σχέσεών μας με τη Δύση. Η κοινωνική κρίση στην Ελλάδα υπήρξε συνέπεια του παρασιτικού και εξαρτημένου χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας. Στα χρόνια της κρίσης αποδείχτηκε πέρα από κάθε αμφισβήτηση, ότι χωρίς ανεξάρτητη πατρίδα δεν μπορεί να υπάρχει ούτε κοινωνική δικαιοσύνη, ούτε δημοκρατικά δικαιώματα, ακόμα κι όταν η υποτιθέμενη Κοινωνική Αριστερά ανέβει στην εξουσία.

Ο Νεοφιλελευθερισμός από την άλλη πλευρά, δεν περιόρισε τη γενικευμένη του επίθεση μόνο στα εργατικά και αγροτικά στρώματα, αλλά τα καταστροφικά του αποτελέσματα έχουν πλήξει καίρια πολλές άλλες κοινωνικές κατηγορίες. Φτωχοποιημένα μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα, λεγεώνες ανέργων, ένας ολάκερος αστερισμός επιχειρηματιών, βιοτεχνών κι εμπόρων, οι δημόσιοι υπάλληλοι, το επιστημονικό δυναμικό που πλεονάζει στ’ αζήτητα, οι συνταξιούχοι, τα χαμηλόβαθμα στελέχη του στρατού και της αστυνομίας, η νεολαία, οι καλλιτέχνες, όλοι δοκιμάσαμε στο πετσί μας το κνούτο της βίαιης ανακατανομής πλούτου, που έλαβε χώρα με την έναρξη του αιώνα μας.

Πέρα απ’ όσους πλήττονται οικονομικά, έχει πλέον καταστεί φανερό ότι ο Νεοφιλελευθερισμός –στην προσπάθεια διάλυσης του κοινωνικού ιστού, με σκοπό την εδραίωση της απόλυτης κυριαρχίας του- επεκτείνει την καταπίεση και την πολιτική των διακρίσεων σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, όπως γυναίκες, φυλετικές μειονότητες (πχ τσιγγάνοι, μετανάστες) κλπ.

Ο κοινωνικός, όπως και ο ταξικός κατακερματισμός αποτελεί ένα απ’ τα ισχυρότερα όπλα του αντιπάλου κι επιβάλλεται με κάθε διαθέσιμο μέσον.

Με βάση τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας υφίσταται ένα ανελέητο ιμπεριαλιστικό blietzkrieg, έναν κεραυνοβόλο πόλεμο, με την αξιοσημείωτη εξαίρεση μιας μειοψηφικής αντικοινωνικής κάστας που ωφελείται τα μάλα, την οποία θα ονομάσουμε Κοτζαμπάσηδες, προκειμένου να καταδείξουμε τον αληθινό ρόλο και την καταγωγή της και θ’ αφιερώσουμε ιδιαίτερο κεφάλαιο για την περιγραφή της.

Υπό το φως της έως τώρα ανάλυσης, καθίσταται φανερό ότι η ταξική συνείδηση, αναπόσπαστα με την πατριωτική, είναι απαραίτητη ώστε οι καταπιεζόμενες τάξεις ν’ αναζητήσουν τη λευτεριά και τη χειραφέτησή τους. Ωστόσο εξίσου αναγκαίος είναι ένας νέος ορισμός, που να περιλαμβάνει στους κόλπους του όλους όσοι υφίστανται τα δεινά της αχαλίνωτης νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας.

Οι Κοινωνιστές θεωρούμε ως ύψιστη πνευματική αρετή την Απλότητα (σε αντίθεση με την Απλοϊκότητα και την Απλούστευση, που αποτελούν βαριά ψεγάδια) και το φιλοσοφικό ξυράφι του Όκαμ συνεπικουρεί τούτη την αντίληψη. Έτσι ο ταξικός μας προσδιορισμός συντίθεται ως εξής:

Στη δική μας ταξικότητα, την οποία θα ονομάσουμε Λειτουργική Τάξη, ανήκουμε όλοι οι Έλληνες (κι όσοι άλλοι αγαπούν ως πατρίδα τους την Ελλάδα), που εννοούμε να ζήσουμε και να ευδοκιμήσουμε σ’ αυτόν τον τόπο, στηριζόμενοι αποκλειστικά στο προϊόν της εργασίας, του μόχθου, του νου και των ικανοτήτων μας. Ο Γκάντι θεωρούσε ως μια απ’ τις πηγές κάθε κακού «τον πλούτο που δεν προέρχεται από την εργασία σου».

Η Λειτουργική τάξη δεν δρα ως ομάδα προώθησης επιμέρους συμφερόντων, αλλά κάθε μέλος της αποδέχεται ότι ένα δίκαιο τμήμα της υπεραξίας της εργασίας και των ικανοτήτων του, διαμοιράζεται χάριν της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου, μέσω ενός μηχανισμού συνοχής και αναδιανομής πλούτου.

Ένας Κοινωνιστής κατανοεί πάνω απ’ όλα, ότι η συλλογική ευημερία της κοινωνίας που τον περιβάλλει, αποβαίνει εντέλει στην ατομική και οικογενειακή του ευημερία.

Ο παραπάνω ορισμός, όχι μονάχα ικανοποιεί τη συσσωρευμένη εμπειρία των αλλαγών στα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα, που επέφερε ο νέος αιώνας, αλλά καταδεικνύει ξάστερα την ουσιαστική ταύτιση της Λειτουργικής Τάξης και του Έθνους, άρα και την αναπόσπαστη συσχέτιση δύο εκ των τριών βασικών πυλώνων της Κοινωνιστικής θεώρησης.

Από τούτη τη συσχέτιση προκύπτει ο διαλεκτικός όρος Ταξικό Έθνος, για το οποίο θα μιλήσουμε εκτενέστερα παρακάτω. Η ανάλυση του ταξικού κι εθνικού εχθρού, η οποία ακολουθεί, θα φωτίσει ακόμα περισσότερο τούτη την προφανή συσχέτιση.




Οι Κοτζαμπάσηδες


Ανάθεμα το Κράτος, παιδιά μου, ανάθεμά το·
αυτό θα φάει το Έθνος 
(Ν. Καζαντζάκης)



Ο ταξικός κι εθνικός εχθρός έχει ήδη καταγγελθεί, αν και ακροθιγώς. Πρόκειται, όπως είπαμε, για την αντικοινωνική μειοψηφία που κατονομάζουμε ως Κοτζαμπάσηδες.

Είναι η ψευδεπίγραφη μεγαλοαστική τάξη της χώρας (η και λούμπεν αποκαλούμενη) που λυμαίνεται τον δημόσιο πλούτο καθ’ όλη την ιστορία του υποτελούς ελλαδικού κρατικού μορφώματος, το οποίο αξιώνει να παρουσιάζεται ως δήθεν Ελληνική Δημοκρατία.

Μια δράκα δέκα ως είκοσι παρασιτικών οικογενειών, μαζί με τους απαραίτητους υποτακτικούς τους, οι οποίοι ευημερούν μέσω της αρπαγής και της λεηλασίας της κρατικής περιουσίας, των δανείων της Αγγλίας, των κεφαλαίων του σχεδίου Μάρσαλ, των κονδυλίων της ΕΟΚ-ΕΕ κλπ, καταδικάζοντας τη χώρα σε μόνιμη υπανάπτυξη και υποταγή.

Μια κάστα «επιχειρηματιών» που ουδέποτε έχουν παράξει την παραμικρή οικονομική αξία, αλλά έχουν αποκτήσει τεράστιες περιουσίες, μέσω της δικαιωματικής διαχείρισης του κράτους, δηλαδή στην ουσία της απομύζησης του προϊόντος της εργασίας της Λειτουργικής Τάξης των Ελλήνων.

Όλα τούτα θα ήταν αρκετά για να στοιχειοθετήσουν την ανάδειξή τους ως ταξικού εχθρού. Όμως στο ελλαδικό παράδειγμα, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όσο η παραδοσιακή αντίθεση των κομμουνιστών σε κάθε μορφή μεγαλοαστικής πλουτοκρατικής τάξης.

Είναι βεβαίως αλήθεια ότι όποιος καθίσταται τόσο πλούσιος, ώστε να μπορεί να «κρατεί», δηλαδή να διαθέτει εξουσία πάνω σε χιλιάδες άλλους πολίτες, αποτελεί αυταπόδεικτα ταξικό εχθρό.

Η ανταμοιβή του μόχθου, της αξίας, της ικανότητας, του κεφαλαιακού ρίσκου εντέλει, δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέτρο του θεμιτού και να φτάνει στα όρια της αντικοινωνικής επιβολής, καταπατώντας τα δικαιώματα της πλειοψηφίας. Όμως γι’ αυτά θα μιλήσουμε εκτενέστερα στα παρακάτω.

Η παθογένεια ωστόσο που έχει επιφέρει στη χώρα μας η τάξη των Κοτζαμπάσηδων, προχωράει πολύ πιο πέρα από τούτη τη συζήτηση. Γιατί αυτή η τάξη κατέλαβε την προνομιακή της θέση μες στο ελλαδικό γίγνεσθαι, μ’ έναν τρόπο που δικαιολογεί απόλυτα το όνομά της και την αναδεικνύει σε απηνή εθνικό εχθρό.

Γιατί ο πλήρης έλεγχος μιας χώρας με τη γεωπολιτική αξία, την ιστορική σημασία και τον φυσικό πλούτο της Ελλάδας, είναι απόλυτα αναμενόμενο ν’ αποτελεί τον διακαή πόθο των Μεγάλων Δυνάμεων και κάθε λογής ιμπεριαλιστή και αποικιοκράτη.

Ξεκινώντας απ’ την τραυματική για τον Ελληνισμό οθωμανική κατοχή των τεσσάρων αιώνων και διατρέχοντας άλλους δυο ιδιαίτερα οδυνηρούς αιώνες δυτικής επικυριαρχίας, οι Κοτζαμπάσηδες υπήρξαν σταθερά οι τοποτηρητές των αποικιοκρατικών και ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, οι συνεργάτες κάθε ξένου κατακτητή, των Τούρκων, των Βαυαρών, των «Συμμάχων» της Αντάντ, των Γερμανών, των Άγγλων, των Αμερικάνων, των Δανειστών.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα κατέχει το θλιβερό προνόμιο να είναι το μόνο ευρωπαϊκό κράτος που μέσα σε δυο αιώνες έχει πτωχεύσει πέντε φορές, ενώ σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι Κοτζαμπάσηδες αύξησαν τον πλούτο τους και δεν θίχτηκε ούτε τρίχα των συμφερόντων τους.

Ο Νίκος Μπελογιάννης, στο βιβλίο του «Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα», περιγράφει τους ληστρικούς όρους των δανείων και πώς οι επακόλουθες πτωχεύσεις του 1827, του 1843, του 1893 και του 1932 έγιναν πεδίο θησαυρισμού της πλουτοκρατίας μέσα από επιβολή συνθηκών αποστέρησης του λαού: «...ο λαός υπόφερνε. Είχε γονατίσει από τους φόρους, κι η τοκογλυφία ερχότανε ύστερα να του δώσει τη χαριστική βολή. Αφήνω κατά μέρος κάθε δική μου περιγραφή και παίρνω ένα κομμάτι από την Ιστορία του Καρολίδη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο: "Την εποχή εκείνη η χώρα εσπαράζετο υπό της φυγοδικίας και των συμμοριών τοκογλύφων, οίτινες εν συνεργασία προς τους ταμίας του κράτους και αυτούς ακόμα τους δικαστάς είχον δημιουργήσει αλληλεγγύην και κατέτρωγαν τας σάρκας του λαού" (...). Κι έτσι, τοκογλύφοι, κομματάρχες, δικαστές, ταμίες, Εθνοτράπεζα, κράτος και ληστές - τούτοι οι τελευταίοι πολύ λιγότερο από τους άλλους - εκτελούσαν το ίδιο "εθνοφελές" έργο: Την ερήμωση της χώρας και τον αφανισμό του λαού. Και στο αντιλαϊκό τούτο όργιο, έρχονται και οι ξένοι κεφαλαιούχοι να πάρουν μία από τις καλύτερες θέσεις».

Ανέκαθεν οι Κοτζαμπάσηδες αντάλλασσαν τον παρασιτικό τους πλουτισμό παραδίδοντας εθνικό χώρο, σέρνοντας τη χώρα σε μόνιμη αποικιακή υποτέλεια. Μια τάξη πλιατσικολόγων βαθύτατα προδοτική, με όποιον τρόπο κι αν οριοθετήσει κανείς δικαιικά την έννοια της προδοσίας. Οι «φιλόδοξοι αχρείοι», που κατά τη ρήση του Α. Χίτλερ, πάντα θα βρίσκονται στις κατακτημένες χώρες, ώστε να υπερασπίζονται τα γερμανικά συμφέροντα με το αζημίωτο. Σήμερα είναι γνωστότεροι με τ’ όνομα Ολιγάρχες.

Βεβαίως στη χορεία των ταξικών και εθνικών εχθρών, όπως αναφέραμε παραπάνω, θα πρέπει να συμπεριληφθούν και οι μίσθαρνοι καλοθρεμμένοι υπηρέτες τους, μέσω των οποίων η διακριτή αυτή μειοψηφία κατάφερε να ελέγχει πλήρως τον κρατικό μηχανισμό και να χειραγωγεί τη λαϊκή βούληση μέχρι και τις μέρες μας.

Πρόκειται για το περιλάλητο ελλαδικό πολιτικό σύστημα, το νοσηρό σύμπλεγμα που νέμεται αποκλειστικά την εξουσία μέσω της αρπαγής, της λεηλασίας και της ανομίας, επιδαψιλεύοντας στον εαυτό του αδιανόητα προνόμια και ασυλίες. Οι ίδιοι που έσυραν τη χώρα στην πτώχευση κι επέβαλαν το σημερινό καθεστώς οικονομικού προτεκτοράτου κι αποικίας χρέους.

Μαζί τους και μια ονόματι Δικαιοσύνη (κυρίως η ανώτατη), η οποία έχει από καιρό αποκοπεί προκλητικά απ’ το κοινό περί δικαίου αίσθημα κι έχει απολέσει το τεκμήριο του αδέκαστου, μαζί με τη νομιμοποίησή της στη λαϊκή συνείδηση.

Στην ίδια δράκα ανήκει και το κατεστημένο των ΜΜΕ, παρέα με την πέμπτη φάλαγγα των «διαμορφωτών κοινής γνώμης» και της οσφυοκαμπτικής συστημικής διανόησης, που ανέλαβαν την πλύση εγκεφάλου και την ενοχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων, τον ιδεολογικό, ψυχικό και πολιτικό πειθαναγκασμό του ελληνικού λαού, όπως και την εφαρμογή των μεθόδων πρόκλησης σοκ, για την εγκατάσταση του νεοκατοχικού καθεστώτος.

Αν θέλαμε να πάρουμε μια μικρή ιδέα για την ιδιαιτερότητα της τάξης των Κοτζαμπάσηδων και των πολιτικών τους λακέδων, σε σύγκριση με τις άλλες κοινωνικά αντιδραστικές, μεγαλοαστικές τάξεις του δυτικού κόσμου, θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε την περίφημη Έκθεση Πόρτερ, του επικεφαλής της αμερικανικής αποστολής στην Ελλάδα, το 1947, ενόψει της οικονομικής βοήθειας του σχεδίου Μάρσαλ:

«Εδώ δεν υφίσταται κράτος σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αντ' αυτού υπάρχει μια χαλαρή ιεραρχία ατομιστών πολιτικών, μερικοί από τους οποίους είναι χειρότεροι από άλλους, που είναι τόσο απασχολημένοι με τον προσωπικό τους αγώνα για εξουσία, ώστε δεν έχουν τον χρόνο να αναπτύξουν οικονομική πολιτική, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι είχαν την ικανότητα.

Υπάρχει μεγάλη ανομοιομορφία εις το βιοτικόν έπίπεδον και τα εισοδήματα ανά την Ελλάδα. Οι κερδίζοντες, δηλαδή οι βιομήχανοι, οι έμποροι, οι κερδοσκόποι και οι μαυραγορίται, διάγουν εν πλούτω και χλιδή, το πρόβλημα δε αυτό ουδεμία κυβέρνησις το αντιμετώπισεν αποτελεσματικώς. Εν τω μεταξύ αι λαϊκαί μάζαι περνούν μιαν αθλίαν ζωή. Οι κερδίζοντες είναι σχετικώς ολίγοι τον αριθμόν και ο συνολικός πλούτος των, περιερχόμενος εις το σύνολον του πληθυσμού θα έπέφερεν ελάχιστην βελτίωσιν των γενικών συνθηκών διαβιώσεως. Αλλ' ο πολυτελής τρόπος ζωής των εν μέσω της πτώχειας συντείνει εις το να εξοργίζη τας μάζας και να υπογραμμίζη την δυστυχίαν των πτωχών.»

Δυστυχώς, στα χρόνια που ακολούθησαν, οι Κοτζαμπάσηδες κατάφεραν να εκσυγχρονιστούν και ν’ αυγατίσουν τον συνολικό τους πλούτο σε ύψη δυσθεώρητα, εκχωρώντας ως αντάλλαγμα την Ελλάδα και τον λαό της, σιδηροδέσμιους στην γερμανική Ευρωκρατορία, μέσω του υπερδανεισμού, της απάτης και της διασπάθισης.

Ο Μπελογιάννης, στον επίλογο του βιβλίου του, σημειώνει: «… Γενικά, η πολιτική ζωή της χώρας μας μέσα στα 120 χρόνια της ελεύθερης ύπαρξής της επηρεάστηκε σημαντικά από τις θελήσεις κι τα συμφέροντα των ξένων κεφαλαιούχων και των χωρών τους. Και τα συμφέροντα αυτά ήταν πάντοτε αντίθετα με τα συμφέροντα της Ελλάδας και του λαού της. Παρ’ όλα αυτά όμως, οι ελληνικές κυβερνητικές κλίκες, όταν έφταναν στο σταυροδρόμι που οδηγούσε ή στην υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της πατρίδας τους ή στην υποταγή στις επιθυμίες και τους εκβιασμούς των ξένων, προτίμησαν πάντοτε, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, το δεύτερο δρόμο.»

Απ’ όλο αυτό το διαπλεκόμενο συνονθύλευμα ολιγαρχών, πολιτικού και δικαστικού κατεστημένου, μεγαλοεκδοτών και τσάτσων δημοσιογράφων, εργολάβων του δημοσίου κλπ, δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί το διαβόητο ελλαδικό παρακράτος, έρμαιο φυσικά ξένων μυστικών υπηρεσιών, το οποίο κυριάρχησε απροκάλυπτα στα μετεμφυλιακά χρόνια, προκειμένου να παγιώσει μια εξόφθαλμη ιστορική λαθροχειρία.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ανάγκες της αγγλικής αρχικά κι έπειτα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου και της συνθήκης της Γιάλτας, επέβαλαν τη στρατολόγηση των δωσίλογων συνεργατών των ναζί και την άρον-άρον εμβάπτισή τους στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ της εθνικοφροσύνης, προκειμένου να νομιμοποιήσουν την επιβολή της βούλησης του δυτικού μπλοκ επί των «δύστροπων» Ελλήνων, που είχαν το θράσος ν’ απαιτήσουν την εθνική τους ανεξαρτησία.

Με αυτόν τον τρόπο κατάφεραν να περιχαρακώσουν πλατειά κοινωνικά στρώματα συντηρητικών πατριωτών στα μαντριά της Δεξιάς και του Κέντρου, τάχα για τη διαφύλαξη της ακεραιότητας της πατρίδας από τους κομμουνιστές, που αναγορεύτηκαν σε πρόξενο κάθε κακού και φορέα πάσης αιρέσεως.

Το παρακράτος, που συμπεριέλαβε στους κόλπους του τους πλέον απεχθείς εκ των ταγματασφαλιτών, συνέδραμε στην κατατρομοκράτηση του πληθυσμού, έστησε τις προβοκάτσιες και τις πολιτικές δολοφονίες, στήριξε τον υποτιθέμενο εθνάρχη Καραμανλή στο «εθνικό» του έργο και στελέχωσε πρόθυμα τη χούντα.

Το κατά πόσον τούτο το έργο υπήρξε εθνικό, το καταμαρτυρεί η υπόθεση της σύλληψης και ταπεινωτικής για την Ελλάδα απελευθέρωσης του Μαξ Μέρτεν, του ναζί χασάπη της Θεσσαλονίκης, μαζί με τις αποκαλύψεις περί της δράσης του «εθνάρχη» κατά την κατοχή, οι οποίες ακόμα μέχρι σήμερα έρχονται στην επιφάνεια, μέσα από έγγραφα της CIA.

Στη σύγχρονη συγκυρία, το νοσηρό σύστημα των Κοτζαμπάσηδων, βρέθηκε στην ανάγκη να παίξει και πάλι το ίδιο χαρτί, της απροκάλυπτης ανάμιξης του παρακράτους του στο πολιτικό προσκήνιο, τούτη τη φορά υπό το έμεσμα της Χρυσής Αυγής. Κατάφεραν και πάλι να εγκλωβίσουν ένα πατριωτικό μεν, όμως απολίτικο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο περισσότερο καθοδηγήθηκε από τα ΜΜΕ και την τυφλή οργή, παρά από κάποια στοιχειώδη πολιτική ανάλυση.

Είναι περιττό να πούμε ότι αυτό το νόθο παρακρατικό μόρφωμα αποτελεί ταξικό εχθρό κατά την ανάλυση των Κοινωνιστών. Θα πρέπει όμως σίγουρα να τονίσουμε ότι αποτελούν ταυτόχρονα κι εθνικό εχθρό, ως πολιτικοί απόγονοι των γερμανοτσολιάδων.

Σε τελική ανάλυση, ο ναζισμός είναι ξένος από κάθε άποψη στον ελληνικό πολιτισμό και στην ορθοδοξία. Δεν αναγνωρίζουμε σε τούτα τα προδοτικά αποβράσματα το δικαίωμα ν’ αρθρώνουν τη λέξη Πατρίδα και ν’ αμαυρώνουν το Ταξικό Έθνος.

Για τούτα τα θέματα μπορούν και πρέπει να γίνουν πολύ ευρύτερες πολιτικές αναλύσεις, που δεν είναι της παρούσης. Η κριτική της τάξης των Κοτζαμπάσηδων και των πολυπλόκαμων απολήξεών της, έχει ήδη γίνει μες στη συνείδηση του ελληνικού λαού και η αυθόρμητη απέχθεια που προκαλούν όλοι αυτοί στην συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων, είναι περισσότερο εύγλωττη από κάθε άλλο επιχείρημα.

Θα περιοριστούμε λοιπόν να υπογραμμίσουμε ότι η καταπολέμηση του σάπιου ελλαδικού συστήματος εξουσίας, το γκρέμισμά του, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απελευθέρωση του τόπου και της κοινωνίας. Ο αγώνας ενάντια στο διαπλεκόμενο σύστημα των Κοτζαμπάσηδων, είναι η κύρια και κατεξοχήν μορφή του πολιτικού αγώνα στις μέρες μας.

Θα κλείσουμε τούτο το κεφάλαιο με μερικές γραμμές του Παπαδιαμάντη, τόσο επίκαιρες ακόμα, μετά από άνω των εκατό χρόνων από τότε που γράφηκαν: «Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμά τους. Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Τότε σ’ εξεθέωναν οι προεστοί κ’ οι “γυφτοχαρατζήδες”, τώρα σε “αθεώνουν” οι βουλευταί κ’ οι δήμαρχοι. Αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, τους έταζαν φούρνους με καρβέλια[…] Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει τη φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων τα οποία αποζώσιν εξ αυτού…»




Το Ταξικό Έθνος



Η πατρίδα αντιπροσωπεύει το αδιαφιλονίκητο και ιερό δικαίωμακάθε ανθρώπου ή ομάδας ανθρώπων να ζουν, να σκέφτονται,να θέλουν και να δρουν κατά τον τρόπο τους, που γεννήθηκε ως αποτέλεσμα μακροχρόνιας ιστορικής εξέλιξης
(Μιχαήλ Μπακούνιν)



Απ’ όλα τα μαζικά πολιτικά υποκείμενα, σίγουρα το Έθνος αποτελεί το πλέον απαξιωμένο και κακόφημο. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι πολλοί, με κυριότερο την καπηλεία που έχει υποστεί από την τάξη των Κοτζαμπάσηδων, όσον αφορά το ελλαδικό παράδειγμα, όσο και απ’ όλες τις κυρίαρχες, εκμεταλλευτικές, μεγαλοαστικές τάξεις, κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας ιστορίας.

Όλοι οι παραπάνω διαμορφώνουν μια διεθνή κοσμοπολίτικη ελίτ, της οποίας ο συνδετικός δεσμός, η «κόλλα» που τη συνέχει, δεν είναι η κοινότητα στη γλώσσα, στη θρησκεία, στην καταγωγή κλπ, παρά μόνο τα κοινά συμφέροντα και η βουλιμική επιδίωξη για εξουσία, η κοινή τους συνείδηση.

Στην πραγματικότητα, όπως θα παρουσιάσουμε παρακάτω, το έθνος είναι πάνω απ’ όλα τ’ άλλα μια συνειδησιακή οντότητα. Βάσει αυτού του συλλογισμού, οι παγκόσμιες ελίτ συναποτελούν ένα ενιαίο έθνος, με όλες τις συγκρούσεις και αντιθέσεις που έτσι κι αλλιώς εμφανίζονται σε οποιονδήποτε εθνικό χώρο.

Το σχέδιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης ενισχύει ακόμα περισσότερο τούτη την αντίληψη, αφού το «έθνος» των ελίτ, αμέσως μετά την νίκη του επί του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, αποφάσισε να ενοποιηθεί, με κύριους άξονες των επιδιώξεών του την παγκοσμιοποίηση του δανειστικού κεφαλαίου, τη διάλυση των εθνικών κρατών και τη μετατροπή των λαών σε μια σούπα δίχως επιμέρους χαρακτηριστικά, εύκολα χειραγωγήσιμη και κατά συνέπεια σταθερά υπόδουλη.

Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, οι κυρίαρχες ελίτ σε κάθε κράτος, εκμεταλλεύονταν υποκριτικά τις επιφανειακές ομοιότητες με τις εργαζόμενες τάξεις (κοινή γλώσσα, καταγωγή, θρησκεία κλπ), για να τους επιβάλλουν μεγαλύτερη φτώχεια ή να τους σύρουν σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εργαζόμενες τάξεις, υπό τη σκιά ενός ψευδεπίγραφου επιφανειακού πατριωτισμού, υφίσταντο τις συνέπειες του διαρκούς αγώνα για τη νομή της παγκόσμιας εξουσίας (οικονομική, γεωπολιτική κλπ) μεταξύ αλληλοσυγκρουόμενων ελιτίστικων συμφερόντων, ένας αγώνας που για τις ίδιες τις ελίτ υπήρξε σχεδόν πάντοτε αναίμακτος. Τις περισσότερες φορές μάλιστα βγήκαν όλοι τους κερδισμένοι.

Θα μπορούσε κανείς βάσιμα να επιχειρηματολογήσει ότι οι λαοί πλήρωσαν το αιματηρό τίμημα, διότι διέθεταν μεν εθνική συνείδηση, αλλά τους έλειπε η ταξική.

Η μικροαστική Αριστερά της Πτώσης, πάντοτε ετεροκαθοριζόμενη πολιτικά κι ετερόφωτη ιδεολογικά, πίστεψε ότι με τη χρήση ενός ακόμη «αντί» θα έδινε απάντηση στο περίπλοκο αυτό ζήτημα. Θεώρησαν λοιπόν λογικό, εφόσον η έννοια του έθνους είχε χρησιμοποιηθεί εκ του πονηρού από τον ταξικό αντίπαλο, να την δαιμονοποιήσουν, να την καταργήσουν παντελώς και να ξενοιάζουνε. Η απλοϊκότητα ωστόσο, όπως προαναφέραμε, αποτελεί λογική πλάνη και βαρύτατο πνευματικό ολίσθημα. «Πονάει δόντι, κόψει κεφάλι».

Έτσι, θεωρούμε καθήκον μας ως Κοινωνιστές, να προσεγγίσουμε το ζήτημα με την απαιτούμενη ψυχραιμία, ιδωμένο μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα.

Μια πρώτη παρατήρηση, που καταδεικνύει την προφανή προχειρότητα του Εθνομηδενιστικού συλλογισμού, είναι ότι το έθνος, όπως και η κοινωνία, αποτελεί ένα αντικειμενικό ιστορικό υποκείμενο. Διαθέτει δηλαδή ιστορικότητα, συνέχεια, ταυτότητα και αυτοσυνείδηση. Έτσι, σε αντίθεση με μη αντικειμενικά κοινωνικά υποκείμενα, όπως κόμματα, μέτωπα, κινήματα, ιδεολογικές πρωτοπορίες κλπ, έχει αυτόνομη ύπαρξη που δεν μπορεί να καταργηθεί με κάποιο φιρμάνι, ενός συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Δεν είναι δυνατόν η αντικειμενική πραγματικότητα να υποκύπτει στον βολονταρισμό οποιουδήποτε ιδεολογήματος.

Κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με την αντίστοιχη προσπάθεια της Μ. Θάτσερ να καταργήσει την κοινωνία μ’ έναν αυθαίρετο αφορισμό, όπως αναφέραμε παραπάνω.

Δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσον η μικροαστική Αριστερά της Πτώσης υπήρξε εξαρχής εντεταλμένο όργανο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης ή αν απορροφήθηκε σταδιακά, είναι ωστόσο πασίδηλο πλέον, με ποιου τα συμφέροντα και τη λογική έμπρακτα συντάσσεται.

Γιατί δεν μπορεί να συγκροτηθεί εργατική τάξη, ως υποκείμενο με κοινωνικό και ιστορικό πεπρωμένο, χωρίς υλική θέση και συνείδηση μονιμότητας εγκατάστασης. Κυρίαρχο αίτιο αυτού είναι πως δεν δύναται να υπάρξει συγκροτημένη Λειτουργική Τάξη χωρίς σταθερή και μόνιμη σχέση με μια δοσμένη παραγωγική αλυσίδα και με συγκεκριμένα μέσα παραγωγής. Μόνο έτσι μπορεί να διεκδικήσει την κυριότητα και κατοχή τους και μόνο έτσι διατηρεί την δυνατότητα να αναβαθμιστεί σε ηγετική δύναμη του έθνους της.

Χωρίς κοινό έδαφος, κοινή γλώσσα, κοινή οικονομική ζωή, κοινή ψυχοσύνθεση, κοινή κουλτούρα, χωρίς κοντολογίς τα κοινά εθνικά χαρακτηριστικά, συμπληρωμένα από τα αντίστοιχα επιπρόσθετα κοινά ταξικά χαρακτηριστικά, δεν μπορεί η Λειτουργική Τάξη να αγωνιστεί εναντίον του πανίσχυρου αντιπάλου της, για τη χειραφέτησή της. Η Λειτουργική Τάξη, δεν είναι απλά εθνική, είναι η κατεξοχήν εθνική τάξη.

Όσο κι αν θέλουν οι Εθνομηδενιστές να λένε ότι οι απόψεις τους επιδιώκουν να υπερασπιστούν «τα συμφέροντα του προλεταριάτου», έχει καταστεί εμπειρικά πρόδηλο ότι μια εργατική τάξη χωρίς εθνικότητα, είναι μια τάξη χωρίς ιστορικό κοινωνικό υπόβαθρο, μια μη-τάξη, στην οποία κυριαρχεί η αταξικότητα, όπου οι συντεταγμένες μονάδες της Λειτουργικής Τάξης εκπίπτουν σε διασκορπισμένες και ασύντακτες ομάδες ατάκτων, που μπορούν να διαλυθούν με το πρώτο φύσημα του ανέμου. Και ακόμα χειρότερα, ο ένας τρώει τον άλλον, κι όλους μαζί το Κεφάλαιο. Το ελλαδικό νεοκατοχικό παράδειγμα μιλάει από μόνο του και συνεπώς η υπόθεση δεν χρήζει εκτενών ιδεολογικών αναχαράξεων.

Ωστόσο η παρουσίαση εκ του αντιθέτου επιχειρημάτων, όσο κι αν είναι εύγλωττη και διδακτική, δεν τεκμηριώνει διαλεκτικά μια θέση, παρά μόνο μια αντίθεση. Δεν έχουμε ακόμα προσεγγίσει την ουσία του ζητήματος.

Τι ακριβώς είναι το έθνος; Πώς μπορεί κανείς να το ορίσει; Γιατί παρά τις επί τρεις δεκαετίες λυσσαλέες προσπάθειες να καταργηθεί ως έννοια, τούτο δεν κατέστη εφικτό; Για ποιον λόγο εντέλει θεωρούμε ότι αποτελεί τόσο θεμελιώδη οντότητα, που δίχως αυτήν η Λειτουργική Τάξη χάνει τη δύναμη και τον προσανατολισμό της;

Τι νόημα έχει ο πατριωτισμός; Πρόκειται άραγε για μια παλιά αγαπημένη μας ηθικολογία, από την οποία ο συναισθηματισμός κι η ανασφάλεια μάς αποτρέπουν ν’ απαλλαχτούμε, ή μήπως έχει κάποιο ψυχικό και ηθικό βάθος, που τον καθιστά απαραίτητο για την πορεία μας στο νέο αιώνα;

Ο κλασικός ορισμός του έθνους, όχι απολύτως αβάσιμα, το θεωρεί ως μια πληθυσμιακή οντότητα που συνέχεται από κοινή γλώσσα, θρησκεία, ιστορία και γενετική καταγωγή. Όλα τα επιμέρους χαρακτηριστικά του αποκρυσταλλώνονται κι εκφράζονται από την κοινή κουλτούρα. Το έθνος μαζί και πάνω απ’ όλα, είναι μια πολιτισμική κοινότητα.

Εντούτοις, η σημαντικότερη συνεκτική κόλλα ενός έθνους, το μόνο συστατικό του που δεν μπορεί ν’ απουσιάζει, είναι η κοινή συνείδηση. Το έθνος αποτελεί ανυπερθέτως συνειδησιακή οντότητα. Όλα τα υπόλοιπα θα μπορούσαν ένα-ένα ν’ αφαιρεθούν, ενώ ακόμα τα άτομα θα συνέχιζαν ν’ αποτελούν ένα έθνος, εφόσον η κοινή συνείδηση, η αίσθηση δηλαδή ότι ανήκουν κάπου από κοινού, διατηρείτο ακέραιη. Φυσικά στην πράξη, είναι αδύνατη η ύπαρξη κοινής συνείδησης, δίχως την κοινή κουλτούρα, όμως ο σχολαστικισμός δεν έχει στην παρούσα φάση να προσφέρει τίποτα απολύτως.

Αυτός είναι ο λόγος που οι εκμεταλλευτικές ελίτ των απανταχού πλουτοκρατών (οι Κοτζαμπάσηδες στη δική μας περίπτωση), δεν ανήκουν στο ίδιο έθνος με τους λαούς που καταδυναστεύουν, αφού έχουν μεν κοινά μ’ αυτούς κάποια από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, όχι όμως και τη συνείδηση.

Σε αυτό το σημείο, όπως εξηγήσαμε, το Έθνος και η Λειτουργική Τάξη ταυτίζονται, συνθέτοντας το Ταξικό Έθνος, που διαθέτει ταυτόχρονα εθνική και ταξική συνειδητότητα έναντι κάθε δυνάστη, ντόπιου ή ξένου. Αποτελεί φυσική ανάγκη του ανθρώπου, ως όντος εξελικτικά προσαρμοσμένου στην κοινωνικότητα, η αίσθηση της ένταξης σε μια ευρύτερη ομάδα.

Κανένα ωστόσο από τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν είναι αποφαντικό, ούτε μπορεί να οριστεί με απόλυτο τρόπο. Για παράδειγμα η ιδέα της «καθαρής φυλής» όχι μονάχα είναι φασιστικής έμπνευσης, αλλά αντίκειται στη βιολογική πραγματικότητα.

Κάθε φυσικός πληθυσμός, άρα και κάθε λαός, διαθέτει μια ευδιάκριτη μεν γονιδιακή δεξαμενή, αυτή ωστόσο αποτελεί ανοικτό σύστημα. Ανά πάσα στιγμή, γονίδια εισρέουν ή εκρέουν από ή προς άλλες γονιδιακές δεξαμενές, πράγμα που αυξάνει την ποικιλομορφία, άρα και την γενετική ευρωστία του πληθυσμού.

Με τον ίδιο τρόπο που οι φυσικοί πληθυσμοί ανταλλάσουν γενετικές πληροφορίες μεταξύ τους, οι ανθρώπινοι πληθυσμοί ανταλλάσουν πληροφορίες με τη γενικότερη έννοια του όρου. Οι βασικές αρχές των πληθυσμιακών κλάδων της βιολογίας, συνεχίζουν να ισχύουν αναλλοίωτες και στις ανθρωπιστικές επιστήμες.

Πολιτιστικά δημιουργήματα, λέξεις, εκφράσεις, τρόποι σκέψης, φιλοσοφικά ρεύματα, πέρα από τα γονίδια, εισάγονται κι εξάγονται συνεχώς στα πλαίσια ενός λαού, όμως αυτό το γεγονός όχι μονάχα δεν αμφισβητεί την ύπαρξή του, αλλά απεναντίας συμβάλει στην επιβίωση και στη δυναμική του. Η ιμπεριαλιστική επιβολή κι η υποδούλωση είναι αυτή που μπορεί να εξαφανίσει ένα έθνος κι όχι η ανοικτή συμβίωση με τους γύρω του.

Οι περισσότεροι λαοί, εκτός όσων έχουν προσαρμοστεί σε νομαδική ζωή, έχουν ως κοινό σημείο αναφοράς τους κάποια περιοχή του πλανήτη, την οποία βρίσκουν ομορφότερη από κάθε άλλη στον κόσμο και την αποκαλούν Πατρίδα, διατηρούν δε μαζί της μια ιδιόμορφη και ισχυρή συναισθηματική σχέση. Είναι όμως ο πατριωτισμός ένας αναχρονιστικός συναισθηματισμός, που η λογική οφείλει να εκμηδενίσει;

Εκ πρώτης όψεως, ένας ορθολογισμός που αρνείται το συναίσθημα και θεωρεί ως θεμιτή αποστολή τον εκμηδενισμό του, είναι όχι μόνο απάνθρωπος αλλά και… παράλογος. Η επιστήμη έχει πειραματικά τεκμηριώσει ότι άνθρωποι που λόγω τραυματισμού ή λοβοτομής, έχουν «έλλειψη συναισθημάτων», δεν μπορούν να αποφασίσουν ούτε καν το επόμενο ραντεβού με τον γιατρό ή τι χρώμα γραβάτα θα φορέσουν (Antonio Damasio, Το λάθος του Καρτέσιου). Η έλλειψη ενσυναίσθησης είναι δε το κοινό χαρακτηριστικό των κατά συρροή δολοφόνων, που μάλλον δεν θεωρούνται και οι πιο λογικοί άνθρωποι στον κόσμο.

Κατά την Κοινωνιστική αντίληψη, το έθνος είναι μια δυναμική ιστορική οντότητα, ικανή να αλληλεπιδρά με όμοιές της, προσαρμοσμένη μέσω των φυσικών και κοινωνικών εξελικτικών διεργασιών σε συγκεκριμένο τόπο, την Πατρίδα (με την εξαίρεση των νομάδων).

Στην πραγματικότητα οι γενετικές και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των εθνών, είναι το καθαρό αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας φυσικής και κοινωνικής προσαρμογής στις συνθήκες κάποιου συγκεκριμένου περιβάλλοντος.
Ο άνθρωπος, πέρα από βιολογικό ον, είναι ψυχικό και κοινωνικοϊστορικό ον. Ωστόσο και στα δυο αυτά επίπεδα ισχύουν αναλλοίωτοι οι νόμοι της προσαρμογής στο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον.

Το περιβάλλον όχι μονάχα διαμορφώνει τον ανθρώπινο πληθυσμό, αλλά διαμορφώνεται καίρια από τη δική του παρέμβαση και δράση, δημιουργώντας έτσι έναν αέναο αντικατοπτρισμό του ενός μέσα στο άλλο, μια σχέση βαθιά και ακατάλυτη, που εκφράζεται με αισθήματα αγάπης και αφοσίωσης.

Αυτή η αλληλεπίδραση και η φυσική προσαρμοστική διαδικασία, δημιουργούν την ιδιοσυστασία ενός λαού, τον χαρακτήρα του. Και σύμφωνα με το πνεύμα του Ηράκλειτου, «το πεπρωμένο του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του».

Υπό αυτό το πρίσμα η αγάπη για την πατρίδα, η φιλοπατρία ή πατριωτισμός, αποκτά εντελώς διαφορετικό νόημα. Δεν αποτελεί δηλαδή έναν αυθαίρετο συναισθηματισμό που οφείλει κανείς ν’ αγνοεί, ούτε κατασκεύασμα της άρχουσας τάξης, αλλά πρόκειται για έκφραση της εξελικτικής διαδικασίας της προσαρμογής, συναρτώντας όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του έθνους, ως κοινή τους συνισταμένη.

Με τον ίδιο δηλαδή τρόπο που η αγάπη της μάνας προς το παιδί κι αντίστροφα είναι μια εξελικτική προσαρμογή, εγκατεστημένη από τη φυσική επιλογή ώστε να διασφαλίζει τη συνέχιση της ζωής, έτσι και ο Πατριωτισμός, η αγάπη προς την πατρίδα, έχει εγκατασταθεί από την εξελικτική κοινωνική προσαρμογή για να διασφαλίζει την επιβίωση ενός λαού, ως φυσικού πληθυσμού κι ως πνευματικής και πολιτισμικής κοινότητας.

Για να δανειστούμε τα λόγια του Καστοριάδη, «οι σημασίες αυτές κατέχουν κάθε φορά μια θετική, de facto ισχύ μέσα στην κοινωνία. Είναι θεμιτές, νόμιμες και αναμφισβήτητες στα πλαίσια της εκάστοτε κοινωνίας. Το ζήτημα της νομιμότητάς τους δεν τίθεται καν…» (Ανθρωπολογία, Φιλοσοφία, Πολιτική).

Δεν θέλουμε φυσικά να υπονοήσουμε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχόμαστε μια ιδέα ή μια φαντασιακή παράσταση, απλά και μόνο επειδή την παραλάβαμε. Η δραστηριότητα της φιλοσοφίας και της πολιτικής είναι ακριβώς να αμφισβητούν διαρκώς τις παλιές σημασίες και θεσμίσεις και να επινοούν νέες. Όσες όμως υπό τη βάσανο της κριτικής, επιβεβαιώνουν διαρκώς την αξία και τη υπαρξιακή τους σημασία, οφείλουν να διατηρούνται.

Σε τελική ανάλυση, σε μια δημοκρατική Πολιτεία που εμπεριέχει αναστοχαστικά το σπέρμα της αμφισβήτησής της, όπως αυτήν που οραματίζεται και σχεδιάζει ο Κοινωνισμός, κάθε πολίτης ή ομάδα πολιτών θα δικαιούται να προτείνει και να επιδιώξει νέες θεσμίσεις, ειδικά σε περιπτώσεις που οι παλιές φτάνουν πια στα όρια της θετικότητάς τους.

Έτσι μπορούμε εντέλει να σκεφτόμαστε απλά, ενώ αποφεύγουμε την απλούστευση. Το Έθνος του Κοινωνισμού, το Ταξικό Έθνος, δεν είναι αφορισμός, κατασκευασμένος για να διαχωρίζει τους ανθρώπους, δεν είναι φυλακή να μας κλείνει πίσω από αντιληπτικά κάγκελα.

Είναι μια οντότητα ανοικτή, δεκτική και δυναμική, μια μεγάλη αγκαλιά που όλους τους χωρά, με μια και μόνη προϋπόθεση: Όποιος μοιράζεται μαζί μας τη βαθιά αγάπη για την πατρίδα μας, όποιος μακριά της θα ένιωθε ξένος και ξεριζωμένος, αυτός ανήκει στο Ταξικό μας Έθνος, είναι αυτοδίκαια ένας από εμάς.

Από τα παραπάνω προκύπτει η εγγενής αντίθεση του Κοινωνισμού με τον Εθνικισμό. Ο τελευταίος, με τη σημασία που έφτασε να έχει ο όρος κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα (πολύ διαφορετικός από τον ορισμό του Εθνικισμού, όπως τον στοιχειοθέτησε ο Αλ. Παπαναστασίου πριν από εκατό χρόνια), αντλεί την ισχύ του από το μίσος για τον άλλο, από την ιδέα της κυριαρχίας ενός έθνους πάνω στα υπόλοιπα. Η επιχειρηματολογία του συντίθεται πάνω στη βάση μιας υποθετικής ανωτερότητας η οποία μάλιστα οφείλει να επιβληθεί βίαια στους κατώτερους, στους αδύναμους και στους αποκλίνοντες. Ο Εθνικισμός μισεί κι εχθρεύεται την ποικιλομορφία.

Ο δικός μας Πατριωτισμός δεν μισεί κανέναν, ούτε καν τους ταξικούς κι εθνικούς του εχθρούς. Το κοινό αίσθημα περί δικαιοσύνης και η ανάγκη της επιβίωσης είναι που μας ωθούν στο εκ θεμελίων ξήλωμα του πολιτικού συστήματος κι όχι η τυφλή οργή. Πρέπει να τιμωρηθούν αυστηρά, όχι από κάποια προσωπική εχθρότητα, αλλά για την καταστροφή που έσπειραν στο διάβα τους.

Δεν πιστεύουμε στην ανωτερότητα, καθώς τη θεωρούμε μια αυθαίρετη κι αυτοαναφορική πεποίθηση, που δεν μπορεί να υποστηριχτεί από την αντικειμενική πραγματικότητα. Η βαναυσότητα, η ωμότητα, η απληστία και οι θεϊκές παραισθήσεις δεν συναποτελούν κάποια μορφή ανωτερότητας. Απεναντίας συνιστούν οπισθοδρόμηση της ανθρωπότητας προς τις πιο μελανές σελίδες της ιστορίας της.

Ωστόσο, στη βάση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης που θα πρέπει αυτονόητα να ισχύει για τον καθένα, αξιώνουμε το δικαίωμα των Ελλήνων και κάθε λαού να διατηρήσει την ιδιοπροσωπία του, τον πολιτισμό του και την ταυτότητά του. Πάνω απ’ όλα τη λευτεριά και την αυτοδιάθεσή του.

Η αγάπη για την πατρίδα, κατά τον δικό μας ορισμό, δεν αποτελεί κάποιου είδους φτηνό συναισθηματισμό, αλλά προϊόν εξελικτικής κοινωνικής και φυλετικής διαδικασίας, το οποίο αποκρυσταλλώνει δυναμικά την εθνική συνείδηση.

Ο Πατριωτισμός είναι πάνω απ’ όλα μια κοινωνική αρετή. Γιατί πέρα από τη βαθιά σχέση με την πατρώα γη, αντιπροσωπεύει για τον άνθρωπο και το δέσιμο με τους συν-πατριώτες: κοινωνεί μαζί τους τις ανάγκες του, μοιράζεται την ικανοποίηση των αναγκών του, τη ζωή και την ύπαρξη, συζεί, συνυπάρχει.

Ο Εθνικισμός από την άλλη, αντιπροσωπεύει την αλλοτρίωση και εξαμβλωματική παραποίηση του Πατριωτισμού σε ατομιστική ιδεοληψία. Αποτελεί μια προβολή του υπερτροφικού ατομισμού πάνω στο συλλογικό, γι’ αυτό απαιτεί πάντοτε τη μορφή κάποιου εγωπαθή ηγέτη για να τον ενσαρκώσει και να τον εκφράσει.

Ο Κοινωνισμός πιστεύει στη δεκτικότητα, στη διαλεκτική σύνθεση ανάμεσα στο παραδοσιακό και στο ρηξικέλευθο, στο καθιερωμένο και στο διαφορετικό, στο σύνηθες και στο πρωτότυπο· αντλεί ενέργεια από κάθε διαφορά δυναμικού που εμφανίζεται μέσα στα πλαίσια μιας κοινωνίας. Θεωρεί ότι η ποικιλομορφία δεν απειλεί τα κοινωνικά θεμέλια, απεναντίας αυξάνει το εξελικτικό δυναμικό. Στα παρακάτω θα διαγραφεί ευκρινέστερα, η γωνία υπό την οποία οι Κοινωνιστές προσεγγίζουμε τούτα τα ζητήματα. Προς το παρόν θ’ αρκεστούμε σε μια φράση του Α. Καμύ, που συμπυκνώνει επιγραμματικά την οπτική μας: «Αγαπάμε πολύ την πατρίδα μας, για να είμαστε εθνικιστές»…




Οικουμενισμός-Διεθνισμός


Υποκλίνομαι λοιπόν μπρος στην παράδοση και την ιστορία των λαών, γιατί είναι το αίμα και η σάρκα, η σκέψη και η θέληση κάθε λαού. Γι’ αυτό, ειλικρινά, είμαι ο πατριώτης όλων των καταπιεσμένων πατρίδων. Είμαι πατριώτης και διεθνιστής ταυτόχρονα.
(Μ. Μπακούνιν)


Σε όλη την εξελικτική του πορεία, με τα πάνω και με τα κάτω της, ο Ελληνισμός υπήρξε λαός ναυτικών κι εμπόρων, που ευδοκιμούσε από την επαφή του με τους γύρω λαούς. Ο ελληνικός πολιτισμός ήτανε πάντοτε βαθύτατα οικουμενικός.

Έτσι, για παράδειγμα, πήραμε το αλφάβητο από τους Φοίνικες. Με βάση αυτό, φτιάξαμε ένα αλφάβητο δικό μας, καθώς από την ώρα που το ασπαστήκαμε και το εξελίξαμε, πλέον θεωρείται κτήμα μας. Το φοινικικό αλφάβητο δεν επιβίωσε. Το ελληνικό εξελίχτηκε περαιτέρω και σήμερα αποτελεί τη βάση όλων των ευρωπαϊκών και αμερικανικών αλφαβήτων. Πολλοί λαοί το ασπάστηκαν και το εξέλιξαν και τώρα πια αποτελεί δική τους κληρονομιά. Έτσι ο κόσμος προχωρά μπροστά κι ο εθνικός πολιτισμός καθίσταται παγκόσμιος.

Νεότερα ευρήματα έρχονται ν’ αμφισβητήσουν την παραπάνω καθιερωμένη επιστημονική άποψη, καθώς παρέχουν ενδείξεις ότι πιθανώς το φοινικικό αλφάβητο αντλεί την καταγωγή του από τη Γραμμική Β’ του μινωικού Ελληνισμού. Κάτι τέτοιο υπογραμμίζει, με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση, τη σημασία της ελεύθερης πολιτισμικής αλληλεπίδρασης, που καθιστά παγκόσμιο τον εθνικό πολιτισμό.
Κανείς λαός, σίγουρα όχι οι Έλληνες, δεν μπορεί να υπάρξει μοναχός και περιχαρακωμένος. Επομένως δεν μπορεί η απομόνωση κι ο αναχωρητισμός ν’ αποτελούν επιλογή για τη χώρα.

Οι Κοινωνιστές θα εργαστούμε για τη δικτύωση των λαϊκών κινημάτων σε όλη την Ευρώπη. Θα καλέσουμε τους ταξικούς κι εθνικούς μας συμμάχους (δυστυχώς δεν είναι όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί στο ίδιο επίπεδο ταξικής συνειδητότητας, ούτε οι εθνικές συμπάθειες είναι καθολικές) ν’ αγωνιστούμε για τη διάλυση της Ευρωκρατορίας –της ολοκληρωτικής και αντιδημοκρατικής ΕΕ, φρουρίου του νεοφιλελευθερισμού- και την εγκαθίδρυση μιας δημοκρατικής και συνεργατικής ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας αυτόνομων εθνών.

Ο Κοινωνισμός δεν φιλοδοξεί απλά να είναι μια ιδεολογία των Ελλήνων, αλλά διαθέτει το δυναμικό για να γίνει ο σπόρος ενός διεθνούς λαϊκού ρεύματος, ενάντια στη νεοφιλελεύθερη TINA (There Is No Alternative).

Σε όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας και της εκδήλωσης της Ελληνικής Επανάστασης (που θα συμβεί με πολιτικά κι όχι με στρατιωτικά μέσα), θ’ απευθυνόμαστε με κάθε τρόπο στις ευρωπαϊκές εργατικές τάξεις και θα ζητάμε τη συμπαράστασή τους, την οποία πιστεύουμε πως θα κερδίσουμε.

Μετά την επικράτηση της επανάστασης κι αφού βάλουμε σε λειτουργία το Κοινωνιστικό μοντέλο –την Ελληνική Πολιτεία-, θα καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να συνδράμουμε τ’ άλλα ευρωπαϊκά έθνη ν’ αποσείσουν τα δυσβάσταχτα γερμανικά δεσμά και τις αλυσίδες των τοκογλυφικών χρεών.

Η Ελλάδα των Κοινωνιστών θα βρίσκεται πάντοτε στο επίκεντρο των εξελίξεων, τόσο στην Ευρώπη και στην ευρύτερη ζώνη της Μεσογείου, όσο και στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Θα αγωνιστούμε για τη δημιουργία ενός διεθνούς αντιπολεμικού κινήματος, για τη λήξη του πολέμου στη Συρία και για την επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους και θα προσφέρουμε κάθε βοήθεια και τεχνογνωσία για την ανοικοδόμησή της χώρας τους.

Η Ελλάδα πρόκειται να ξαναγίνει παράγοντας ευστάθειας κι εξισορρόπησης στα πλαίσια της ευρύτερης περιοχής και κάθε λαός καταπιεσμένος θα βρει σ’ εμάς έναν πιστό σύμμαχο.

Θα συνεργαστούμε επίσης με τους λαούς της Λατινικής Αμερικής για την παγκόσμια αντίσταση κατά του Νεοφιλελευθερισμού, καθώς και για την κατάρτιση ενός παγκόσμιου λαϊκού δημοκρατικού μοντέλου, με βάση την ιδεολογική σύμπλευση του Κοινωνισμού με τον Ινδιανισμό, όσο κι αν ο τελευταίος βρίσκεται σε κάμψη.

Ο Οικουμενισμός-Διεθνισμός αποτελεί καίριο πυλώνα στον οποίο εδράζεται ο Κοινωνισμός, γιατί μόνο η συνεργασία κι η ελεύθερη αλληλεπίδραση μεταξύ των λαών μπορεί να φέρει την ήττα του παγκοσμιοποιημένου Νεοφιλελευθερισμού και των κατά τόπους λακέδων του, των βασικών ιδεολογικών, ταξικών κι εθνικών μας εχθρών, και να οικοδομήσει έναν καλύτερο κόσμο του αύριο.




Πολιτισμός


Το έθνος είναι πρωτίστως πολιτισμική κοινότητα. Ένας πολιτισμός επιβιώνει κι εξελίσσεται, ανταλλάσοντας δεδομένα διαρκώς με το περιβάλλον του. Πετυχημένος λοιπόν αποδεικνύεται όποιος καταφέρνει να περάσει τα δεδομένα από το δικό του φίλτρο, να τα επεξεργαστεί με κάποιο δικό του αισθητήριο, μια κάποια ιδιοσυστασία, και να παράγει απ’ αυτά κάτι καινούριο.

Το παράδειγμα του αλφάβητου που αναφέραμε πρωτύτερα, φανερώνει τον κύριο λόγο για τον οποίο ο Ελληνισμός διατηρήθηκε ζωντανός επί τόσες χιλιάδες χρόνια, μέσα σε μια γεωπολιτικά ευαίσθητη κι ασταθή περιοχή, που όλοι επιθυμούν να κατέχουν, δηλαδή σε συνθήκες σκληρού εθνολογικού ανταγωνισμού.

Πήρε κι έδωσε, κατάφερε να δημιουργήσει πολλά κι αξιόλογα. Ελάχιστα δυστυχώς στις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Το αποτυχημένο ελλαδικό κράτος (failed state) και οι ευρωπαίοι κηδεμόνες του, δεν επέτρεψαν παρά μόνο την ανάπτυξη κακοδαιμονίας και παθογένειας, οι οποίες όσον αφορά στα πολιτιστικά, συνοψίζονται στη λατρεία της ασημαντότητας και του γενικευμένου κομφορμισμού, κατά τον Καστοριάδη.

Έτσι σκιαγραφούνται και οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους βάσιμα θεωρούμε ότι η ύπαρξη του ελληνικού έθνους διατρέχει σοβαρό κίνδυνο. Γι’ αυτό και η Κοινωνιστική Επανάσταση καθίσταται απολύτως αναγκαία. Δεν έχουν τα πάντα κριθεί κι ούτε πρόκειται να κριθούν, όσο ο ελληνικός λαός διατηρεί την ταυτότητά του, έστω και τσαλακωμένη.

Η Ελλάδα διαθέτει τεράστιο ανεκμετάλλευτο δυναμικό σε όλα τα επίπεδα, υλικά και πνευματικά. Έχει έρθει πια η ώρα αυτό το δυναμικό να το απελευθερώσουμε και να του επιτρέψουμε να αναπτυχθεί, ελεύθερα κι οργανωμένα.

Έφτασε ο καιρός ν’ αναζητήσουμε πρωτίστως το νέο στη δημιουργική εξέλιξη και ανανέωση του Ταξικού Έθνους, με τρόπους που θα διαφυλάσσουν την ιδιοσυστασία του, που είναι η ψυχική και πνευματική του ουσία, όσα εξελίχτηκαν μες στο χρόνο, χωρίς εντούτοις ν’ αλλοιωθούν ή ν’ αλλοτριωθούν στις θεμελιώδεις τους αρχές.

Μέσα από τη σκληρή αμφισβήτηση του σάπιου ελλαδικού αποτυχημένου κράτους των Κοτζαμπάσηδων, μέσα από την υπεράσπιση των στοιχειωδών δικαιωμάτων του ελληνικού λαού, το μαζικό κίνημα θα ξαναβρεί το βηματισμό του. Οι Κοινωνιστές στοχεύουμε να καταβάλουμε κάθε μας ικμάδα σκέψης και δράσης, ώστε να συμβάλουμε στην οργάνωση και στην μαζικοποίηση του κινήματος.

Μόλις οι πολίτες αρχίσουν ν’ αλληλεπιδρούν ελεύθερα, χωρίς την παρεμβολή του παραμορφωτικού καθρέφτη των συστημικών ΜΜΕ και των μεθόδων πρόκλησης μαζικού σοκ, θα φανεί ότι, παρά τις προσπάθειες του ελλαδικού κράτους να τη διαλύσει, η ελληνική ιδιοσυστασία παραμένει ζωντανή και ψάχνει τρόπο να εκφραστεί.

Εμείς θα εργαστούμε μαζί με την κοινωνία για την ανάπτυξη ενός νέου πολιτισμικού, πολιτικού και παραγωγικού μοντέλου, πάνω στη βάση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του Ελληνισμού.

Οι ίδιες οι επαναστατικές διαδικασίες θα εξαλείψουν τα παρακμιακά χαρακτηριστικά, που καλλιέργησε το διαπλεκόμενο κατεστημένο στη χώρα, και θα βοηθήσουν ν’ αναδειχτούν τα καλύτερα και τα πλέον λειτουργικά και βιώσιμα διαχρονικά γνωρίσματά μας.

Η Κοινωνιστική Επανάσταση θα είναι πρώτιστα μια επανάσταση πολιτισμού, μια επανάσταση στο πνεύμα και στη σκέψη.
Με την εγκαθίδρυση της Ελληνικής Πολιτείας, το μοντέλο της οποίας θα παρουσιάσουμε παρακάτω, θα δοθεί μεγάλη προσοχή στην καταγραφή, συλλογή και διάδοση της ελληνικής τέχνης, αρχαίας και σύγχρονης, χωρίς να παραγνωρίσουμε τη λαϊκή-δημοτική μας κληρονομιά.

Όπως αναφέρει και ο Ίων Δραγούμης: «η δημοτική παράδοση είναι ο ζωογόνος “χυμός του δέντρου” του Ελληνισμού, ο εσωτερικότερος και γνησιότερος κρίκος που μας συνεδένει με τους παλιότερους ελληνικούς πολιτισμούς όλους».

Αν υπάρχει κάτι καλό που γέννησε ο Ελληνισμός μέσα στους προηγούμενους δύο αιώνες και θ’ άξιζε σίγουρα να το κουβαλήσουμε στη βαλίτσα μας στο δρόμο για τον επόμενο, είναι ο Σουρής κι ο Παπαδιαμάντης, ο Λασκαράτος και ο Καρυωτάκης, ο Βιζυηνός κι ο Καβάφης, ο Καζαντζάκης κι ο Βάρναλης, ο Εμπειρίκος, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Καββαδίας, για να μιλήσουμε μόνο για τους λογοτέχνες και ν’ αναφέρουμε απλά τους πρώτους που μας έρχονται στο νου. Αυτούς που ζωντάνεψαν κι ανανέωσαν την ελληνική γλώσσα κι εμπλούτισαν την παράδοση με νέα στοιχεία.

Όλο εκείνο το ρεύμα των μεγάλων μουσικών, ηθοποιών, σκηνοθετών, εικαστικών, που γαλούχησε τη γενιά της αντίστασης και παρηγόρησε τους ηττημένους του εμφυλίου, τη δική μας Λειτουργική Τάξη.

Ένα ρεύμα που άρχισε σταδιακά να σβήνει –όχι τυχαία- από την εποχή της εγκαθίδρυσης της Γ’ αιδήμονος ελλαδικής «δημοκρατίας», που έμεινε μέχρι σήμερα να ονομάζεται Μεταπολίτευση. Ιδιαίτερα μετά από την επικράτηση της βαθύτατα οπορτουνιστικής λαϊκιστικής ιδεολογίας του Παπανδρεϊσμού και την πρόσδεση της χώρας στο άρμα της ΕΟΚ-ΕΕ, ο πολιτισμός στην Ελλάδα πήρε την κάτω βόλτα.

Δεν είμαστε απ’ αυτούς που αρέσκονται να χύνουν μαύρο δάκρυ πάνω από περασμένα μεγαλεία. Στόχος μας είναι να παράγουμε και πάλι πολιτισμό, αφού αντλήσουμε από τους παλιούς όσα έχουν να μας προσφέρουν. Ζητάμε να εισάγουμε ολόφρεσκο στη νέα εποχή το απόσταγμα του έργου τους.

Όσο κι αν τιμούμε τους Αρχαίους Έλληνες, όσο κι αν σεβόμαστε βαθύτατα τις προηγούμενες γενιές, περήφανοι θέλουμε να ‘μαστε μονάχα γι’ αυτά που θα γεννά η σύγχρονη ψυχή μας. Στην Ελληνική Πολιτεία ο πολιτισμός δεν θ’ αποτελεί αποπαίδι, αλλά επένδυση για το παρόν και το μέλλον.

Στόχος μας είναι το ελληνικό πνεύμα να ξαναγίνει αυτό που κάποτε ήταν και που οι άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί δεν το έχουν ακόμα ξεχάσει: Η κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού κατά τον 21ο αιώνα και μια διαρκής πρωτοπορία στις ιδέες, στην πολιτική, στις επιστήμες.

Η βαρύτιμη κληρονομιά που μας έχει παραδοθεί και της οποίας το αιδήμον ελλαδικό κράτος υπήρξε συστηματικά ανάξιο, η ελληνική γραμματεία, μπορεί να γίνει ένας σημαντικός πόρος, πλουτοπαραγωγικός όσο και πολιτικός σε διεθνές επίπεδο, και θ’ αξιοποιηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Δεν λατρεύουμε τον δυτικό πολιτισμό, ούτε και τον αποστρεφόμαστε. Στεκόμαστε κριτικά απέναντί του, όπως κάνουμε με τον ελληνικό και με κάθε άλλον. Υπάρχουν πολλά πνευματικά επιτεύγματα των δυτικών εθνών, απ’ όπου θα είχαμε κάμποσα να διδαχτούμε.

Μέσα από το χάος του ιστορικού υλικού που έχουμε στη διάθεσή μας, επιλέγουμε μια παράδοση, την λεγόμενη από τον Καστοριάδη ως ελληνοδυτική, μιας και το ίδιο το γεγονός του κρίνειν και του επιλέγειν έγινε ιστορικά για πρώτη φορά πραγματικό και δυνατό μέσα στα πλαίσια τούτης της παράδοσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι την επιλέγουμε για να της μείνουμε δούλοι. Επιλέγουμε την ελληνοδυτική παράδοση, ακριβώς επειδή η αμφισβήτηση της ίδιας της παράδοσης αποτελεί κύριο εγγενές χαρακτηριστικό της.

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι μόνο η Δύση, που γέννησε αξιόλογα πολιτισμικά έργα. Ο ρώσικος, ο κινεζικός, ο ιαπωνικός, ο αιγυπτιακός, ο αραβικός, ο ινδικός και άλλοι πολιτισμοί, έχουν συνεισφέρει τα μέγιστα στην παγκόσμια κληρονομιά. Οι Κοινωνιστές δεν μοιραζόμαστε την καταφρόνεση της δυτικής κουλτούρας, απέναντι στην ανατολική παράδοση. Τρέφουμε βαθύτατο σεβασμό προς όλες τις κουλτούρες, λόγιες και λαϊκές, φτάνει να σέβονται την αυταξία του ανθρώπου και τα βασικά του δικαιώματα. Η Ελλάδα υπήρξε πάντοτε το πολιτισμικό χωνευτήρι Δύσης κι Ανατολής κι αυτό παραμένει τ’ όραμά μας για το μέλλον της.



Ορθοδοξία



Η ορθολογιστική επιστημονική αντίληψη που διαβρέχει τον Κοινωνισμό στις ρίζες του, είναι φυσικό εκ πρώτης όψεως να απορρίπτει το μεταφυσικό ως ερμηνευτικό μοντέλο των πολιτικών πραγμάτων και της θεσμοθέτησης μιας Πολιτείας. Κατά τη δική μας θεώρηση, μια δημοκρατική κοινωνία οφείλει να είναι αυτόνομη, υπό την έννοια ότι αναγνωρίζει πως οι νόμοι κι οι θεσμοί της προέρχονται από την ίδια κι όχι από κάποια ανώτερη υπερβατική συμπαντική αρχή. Εάν η κοινωνία θεσμίζεται βάσει κάποιας υπερούσιας προσταγής, τότε δεν μας επιτρέπεται να ζήσουμε σαν αυτόνομα άτομα, μέσα σε μια αυτόνομη κοινωνία.

Σε γενικές γραμμές το πανανθρώπινο φαινόμενο της Πίστης επιχειρείται να υποβιβαστεί ως κάτι ανορθολογικό. Από την άλλη πλευρά, ένας πιστός θεωρεί την ιδέα ενός κόσμου δίχως το Θείον, ως τον μέγιστο παραλογισμό.

Όπως κι αν το δει κανείς, η επιστήμη έχει τεκμηριώσει στα τελευταία χρόνια ότι ο ανθρώπινος νους λειτουργεί με βάση ανορθολογικά πρότυπα, τα οποία μετέπειτα προσαρμόζει στη λογική. Ο Φέστινγκερ, ο Κάνεμαν, ο Αριέλι, ο Μίλγκραμ και πολλοί άλλοι, θα μπορούσαν να μας διαφωτίσουν περισσότερο επί του θέματος. Το ορθολογικό και το παράλογο είναι έννοιες μάλλον σχετικές.

Έτσι, η στάση μας απέναντι στο φαινόμενο της θρησκείας, οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική, αφού οι Κοινωνιστές δεν συμμεριζόμαστε την ευκολία με την οποία οι παραδοσιακοί σοσιαλιστές την απέρριπταν.

Η θρησκεία κατηγορήθηκε, πιθανώς δίκαια, ως όπιο των λαών, όμως το όπιο χρησιμοποιήθηκε για αιώνες ως γιατρικό σε όλη την ανθρωπότητα, χωρίς μάλιστα να προκαλεί κάποιο πρόβλημα η χρήση του. Η θρησκεία υπήρξε το καταφύγιο των κατατρεγμένων, η πίστη το στήριγμα των απελπισμένων, η απαντοχή των αδύναμων. Το θρησκευτικό συναίσθημα που αναδίνει ο Καζαντζάκης (Ο Φτωχούλης του Θεού, Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Ασκητική) δεν είναι ταυτόσημο με κείνο των αφοριστών του.

Δεν παραγνωρίζουμε ότι η θρησκευτική εξουσία υπήρξε ένας απολυταρχικός δεσποτικός μηχανισμός επιβολής και μάλιστα πανίσχυρος. Δεν ξεχνάμε πως οι θρησκευτικές και κοσμικές ελίτ χρησιμοποίησαν την πίστη κι ακόμα τη χρησιμοποιούν, ως παράγοντα διχασμού και πρόξενο μίσους μεταξύ των λαών, ώστε να τους σύρουν σε ανήλεους πολέμους, να διαιρούν και να βασιλεύουν. Απεχθανόμαστε κάθε μορφή δεσποτικής εξουσίας και πνευματικής επιβολής.

Δεν θεωρούμε ωστόσο τους εαυτούς μας τόσο «πεφωτισμένους», ώστε ν’ απαιτούμε τη βίαιη διάρρηξη τούτης της βαθύτατης, πανάρχαιας υπαρξιακής σχέσης του ανθρώπου με το Θείον, στο όνομα της δικής μας ευαρέσκειας. Δεν θα διαφέραμε καθόλου απ’ αυτό που εχθρευόμαστε, αν επιδιώκαμε κάτι τέτοιο. Όποιος το προσπάθησε εξάλλου, γνώρισε βαριά ήττα.

Γιατί δεν θα ήμασταν Κοινωνιστές, αν δεν μπορούσαμε ν’ αντιληφθούμε την κοινωνική λειτουργία του θρησκευτικού φαινομένου, όπως και την καίρια πολιτισμική του σημασία. Αποτελεί τμήμα του κοινωνικού-ιστορικού φαντασιακού και θέτει κι αυτό τα ηθικά και θεσμικά προτάγματα μέσα σε μια κοινωνία, ακόμα κι αν κάθε μορφή εκκλησιαστικής εξουσίας θεωρητικά έπαυε να υπάρχει.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο Ι. Δραγούμης –μολονότι ο ίδιος δεν πίστευε στην ύπαρξη αθάνατης ψυχής ανεξάρτητης από το σώμα και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μάλλον άθεος ή αγνωστικιστής-, «όπου βρεθούνε δέκα Ρωμιοί φτιάνουν κοινότητα. Συνάζουν πρώτα χρήματα για την εκκλησιά. Άμα τη χτίσουνε φέρνουν παπά. Έπειτα και τις γυναίκες τους. Ύστερα, με τους δίσκους της εκκλησιάς, συνάζουν χρήματα και φτιάνουνε σκολειό. Τέλος φέρνουνε δάσκαλο για τα παιδιά τους -και να την η κοινότητα.»

Κάθε θρησκεία αποτελεί μια –υπερσυντηρητική είναι η αλήθεια- πολιτιστική και πνευματική κιβωτό, μέσω της οποίας ένας λαός μεταφέρει αναλλοίωτες τις θεμελιώδεις του παραδοχές περί του εαυτού και του κόσμου. Στην πραγματικότητα οι διαφορές μεταξύ των θρησκειών, μπορούν στο βάθος ν’ αναχθούν σε διαφορές πολιτισμικές. Ίσως να είναι αυτός ακριβώς ο ρόλος της θρησκείας: να είναι τόσο συντηρητική.

Το πρόβλημα δημιουργείται όταν τούτος ο συντηρητικός μηχανισμός αποκτά την επιβολή να καθορίζει την εξέλιξη μια Πολιτείας ή ενός λαού αποκλειστικά και διαχρονικά.

Από την άλλη πλευρά, ισοδύναμα προβλήματα δημιουργούνται κάθε φορά που οποιοσδήποτε παράγοντας καταφέρει να επιβάλει μονομερώς το δικό του πρότυπο πάνω σε μια κοινωνία: ιδεολογία, κόμμα, οικονομική ελίτ. Άρα το πρόβλημα τελικά δεν έγκειται στη θρησκεία καθαυτή. Η διανομή της ισχύος εντός μιας κοινωνίας, είναι αυτή που δημιουργεί τα προβλήματα, όταν γίνεται με τρόπο ανισόρροπο και απολυταρχικό.

Στην Ελληνική Πολιτεία των Κοινωνιστών, κανείς δεν θα έχει στα χέρια του περισσότερη ισχύ απ’ όση του αναλογεί, ούτε θα υπάρχουν προνόμια διαθέσιμα σε κανέναν. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν έχουμε τίποτα περαιτέρω να χωρίσουμε με την Ορθοδοξία.

Απεναντίας, θεωρούμε ότι ως πολιτισμική και πνευματική οντότητα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής μας ταυτότητας. Όπως κι από κάθε άλλο στοιχείο της ελληνικής ιδιοπροσωπίας, επιδιώκουμε να πάρουμε μαζί μας στον νέο αιώνα τα καλύτερα από τα χαρακτηριστικά της: τον οικουμενισμό, τη συμπόνια, την ανεκτικότητα, τη συνύπαρξη, την αλληλεγγύη, την ταπεινότητα.
Επιθυμούμε να φέρουμε και πάλι την Ορθοδοξία στο επίκεντρο της παγκόσμιας θρησκευτικής πρωτοπορίας, ως φορέα σύμπλευσης κι αλληλοκατανόησης μεταξύ των εθνών, στον αγώνα για παγκόσμια ειρήνη.



Πολιτική Τοποθέτηση



Ο Κοινωνισμός δεν αναγνωρίζει τον διαχωρισμό της πολιτικής σκέψης σε Αριστερά και Δεξιά. Πρόκειται για μια λεκτική σχεδία που εξυπηρέτησε την αστική δημοκρατία κατά τον περασμένο αιώνα και στην εποχή μας δεν διαθέτει πια καμμία χρησιμότητα, ούτε εμπεριέχει ψήγμα αλήθειας.

Η ιστορική πραγματικότητα έχει πλέον αποδείξει –μετά και την προσχώρηση της πανευρωπαϊκής Αριστεράς στον νεοφιλελεύθερο μονόδρομο της ΤΙΝΑ- ότι ο μόνος ο οποίος ωφελείται από έναν τέτοια διαχωρισμό, είναι οι παγκόσμιες ελίτ, αφού αυτός σπέρνει τη διχόνοια μέσα στη Λειτουργική Τάξη και δεν επιτρέπει στον λαό ν’ αντιληφθεί τους πραγματικούς ταξικούς κι εθνικούς εχθρούς του.

Στην ελληνική περίπτωση ιδιαίτερα, απορρίπτουμε απερίφραστα το αρρωστημένο σύστημα εξουσίας των Κοτζαμπάσηδων, το καταγγέλλουμε ως προδοτικό και παράνομο, οπότε δεν μπορούμε σε καμμία περίπτωση να τοποθετηθούμε εντός του πολιτικού του φάσματος, στα δεξιά, στ’ αριστερά ή οπουδήποτε αλλού. Αν κανείς χρειάζεται μια τοπική αλληγορία, τότε θα έπρεπε να πούμε ότι τοποθετούμαστε πάνω και μπροστά απ’ αυτό. Στόχος μας ν’ αποτελέσουμε την τελική του Νέμεση.

Το κίνημα του Κοινωνισμού έρχεται για να καταρρίψει τους ψευδεπίγραφους διχαστικούς αφορισμούς και να εργαστεί άοκνα για τη σφυρηλάτηση εθνικής, ταξικής και διεθνιστικής ενότητας του ελληνικού και των γειτονικών λαών.

Μια ενωτική ιδεολογική πρωτοπορία, που στόχο της θα έχει την απελευθέρωση της χώρας και ολόκληρης της Ευρώπης από το κτήνος της γερμανικής Ευρωκρατορίας και ειδικότερα το ξήλωμα ολάκερου του σάπιου ελλαδικού συστήματος εξουσίας των Κοτζαμπάσηδων. Η κατάργηση του κατοχικού κράτους και η εγκαθίδρυση της Ελληνικής Πολιτείας, δεν μπορεί να συμβεί δίχως τη σύμπραξη και τη συμπαράσταση της πλειοψηφίας του λαού. Το όραμά μας θα πρέπει να γίνει όραμα όλων των Ελλήνων, ειδάλλως ο μοναδικός δρόμος που απομένει, είναι η υποταγή στον αποικιοκρατικό μονόδρομο.








Μέρος Δεύτερο: Στρατηγικό Σχέδιο




Η Μεταβατική Κυβέρνηση


Επανάσταση δεν σημαίνει χείμαρρους αίματος,
την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων κοκ.
Σημαίνει τον ριζικό μετασχηματισμό των θεσμών της κοινωνίας
(Κ. Καστοριάδης)



Η επικράτηση της Κοινωνιστικής Επανάστασης θα επέλθει, όπως προείπαμε, με πολιτικά μέσα. Τα όπλα θα τα πάρουμε μονάχα σε περίπτωση ένοπλης ξένης εισβολής. Δεν έχουμε σκοπό να σύρουμε τη χώρα σ’ έναν ακόμα καταστροφικό εμφύλιο, προκειμένου να επικρατήσουν οι απόψεις μας.

Πεποίθησή μας αποτελεί ότι ο ελληνικός λαός είναι αυτός που πρέπει να επιλέξει πώς θέλει να είναι αύριο η πατρίδα του. Αν δηλαδή αυτό που βιώνει σήμερα κι αυτό που του έχουν προδιαγράψει ως αναπόφευκτο μέλλον, είναι πράγματι το επιθυμητό γι’ αυτόν.

Για να μπορεί όμως κάποιος να επιλέξει, θα πρέπει προηγουμένως να του έχουν δοθεί επιλογές. Πολλή μέχρι σήμερα κριτική έχει ασκηθεί στο αποτυχημένο ελλαδικό μοντέλο, όμως κανείς δεν έχει παρουσιάσει μια αληθινή εναλλακτική στον ελληνικό λαό, ώστε να ζητήσει ειλικρινά κι επάξια την έγκρισή του.

Ο Κοινωνισμός δεν είναι ωστόσο ένα κίνημα καταγγελίας. Πιστεύουμε ότι μπορεί κανείς να καταρρίψει ένα αποτυχημένο μοντέλο, μόνο προτείνοντας ένα άλλο, λειτουργικό και συνεπές.

Στα παρακάτω θα παρουσιάσουμε σε αδρές γραμμές το πολιτικό-οικονομικό μοντέλο της Ελληνικής Πολιτείας, το στρατηγικό πλάνο του κινήματός μας.

Μόλις ο ελληνικός λαός μας δώσει τη δικαιοδοσία, ο πρώτος μας στόχος θα είναι η απελευθέρωση της χώρας από την Ευρωκρατορία. Μέχρι σήμερα η σχετική συζήτηση εξαντλήθηκε στο περιβόητο ζήτημα του νομίσματος, πράγμα που εντέλει αποπροσανατόλισε τα λαϊκά στρώματα, που δεν οφείλουν να γνωρίζουν τα οικονομικά σαν την αλφαβήτα. Κατά τη δική μας εκτίμηση, το πρόβλημα είναι πρωτίστως πολιτικό, ζήτημα δηλαδή βούλησης, παρά οικονομικό και πολύ λιγότερο νομισματικό.

Μοντέλα άμεσης απεξάρτησης της χώρας από την οικονομική κατοχή έχουν ευτυχώς παρουσιαστεί μέχρι σήμερα, αν και κανένα ολοκληρωμένο. Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, οι τεχνοκρατικές λεπτομέρειες μέλλουν να καθοριστούν, μέσα από ευρύ διάλογο κι εκτεταμένη ζύμωση στα πλαίσια της εξεγερμένης κοινωνίας. Η συλλογική διάνοια έχει πολλά περισσότερα να συνεισφέρει απ’ ό,τι εμείς.

Σε πολύ γενικές γραμμές, και μόνο για να δοθεί ένα πολιτικό στίγμα των πραγματικών μας προθέσεων, θα πούμε ότι μόλις μας δοθεί η δικαιοδοσία, τα πρώτα βήματα της Μεταβατικής Κυβέρνησης πρόκειται χοντρικά να είναι τα εξής:
  • Έξοδος από την Ευρωζώνη, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
  • Καταγγελία του χρέους ως επαχθούς και παράνομου και αναστολή της εξυπηρέτησής του. Οι δανειακές συμβάσεις και τα μνημόνια καταστρατηγούν την ίδια την ευρωπαϊκή νομοθεσία και θα πρέπει άμεσα να καταγγελθούν. Η Ελλάδα θα αποταθεί στα διεθνή δικαστήρια και στον ΟΗΕ με απολύτως νομικά τεκμηριωμένο αίτημα διαγραφής του χρέους και ακύρωσης των παράνομων δανειακών συμβάσεων.
  • Διεκδίκηση των γερμανικών χρεών προς την Ελλάδα, καθώς και διεκδίκηση αποζημιώσεων από τους «θεσμούς» της Ευρωκρατορίας για την αποδεδειγμένη καταστροφή που προκάλεσε η πρόσφατη επέμβασή τους στη χώρα.
  • Υιοθέτηση εθνικού νομίσματος, το οποίο θα ονομάζεται Οβολός. Δεν επιθυμούμε σε καμμία περίπτωση να θυμίζει έστω και συνειρμικά το εξευτελισμένο νόμισμα της δισεκατονταετούς ιστορίας του αποτυχημένου ελλαδικού κράτους.
  • Καθ’ όσον χρόνο απαιτηθεί για την εκτύπωση και την κυκλοφορία του Οβολού, οι εσωτερικές συναλλαγές θα γίνονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικό άυλο τρόπο. Ωστόσο δεν πρόκειται εντέλει να καταργήσουμε τα μετρητά, καθώς πιστεύουμε ότι αυτό αποτελεί βαρύτατο οικονομικό ολοκληρωτισμό και δεν συνάδει με τις ιδέες και τις επιδιώξεις μας.
  • Τα ευρώ που κυκλοφορούν στην επικράτεια θα συλλεχθούν από την Μεταβατική Κυβέρνηση. Θα απαγορευτεί αυστηρά η χρήση τους σε κάθε μορφής μαύρη αγορά, αφού ο μαυραγοριτισμός υπήρξε πληγή για τη χώρα κι οι μνήμες είναι ακόμα ζωντανές. Ίσως κάποιοι θα μπουν στον πειρασμό να βελτιώσουν τη θέση τους έναντι των υπόλοιπων, με αυτόν τον χθαμαλό τρόπο. Θα συνειδητοποιήσουν όμως, αντιμετωπίζοντας βαριές κυρώσεις, ότι η μαύρη αγορά χρήματος δεν φέρνει την ευτυχία.
  • Αυτό το χρήμα θα χρησιμοποιηθεί ως συνάλλαγμα για την προμήθεια των απαραίτητων υλικών για την λειτουργία της χώρας, καυσίμων κλπ, αλλά και για την προμήθεια του μηχανολογικού εξοπλισμού, απαραίτητου για την παραγωγική μας ανασυγκρότηση. Σε αυτά τα πλαίσια θα γίνει αυστηρή αξιολόγηση των εισαγωγικών μας αναγκών. Μέρος αυτών θα καλυφθεί με διακρατικές συμφωνίες και αλληλόχρεους λογαριασμούς, αν και οι τεχνικές λεπτομέρειες ξεφεύγουν από τους σκοπούς του παρόντος συγγράμματος.
  • Αυτό που μπορούμε να διευκρινίσουμε, είναι ότι σε πρώτη φάση στοχεύουμε σε μια νομισματική πολιτική μη υποτιμήσιμου Οβολού. Το νόμισμα δεν θα είναι διαπραγματεύσιμο στις αγορές και η ελληνική οικονομία θα μπει σε καθεστώς προστασίας από την διεθνή κερδοσκοπία και ελέγχου των κινήσεων κεφαλαίων, εισροών κι εκροών. Αυτά θα ισχύουν μέχρι η παραγωγή να φτάσει στο επιθυμητό επίπεδο κι η χώρα να ισορροπήσει οικονομικά, οπότε και θ’ αρχίσει η σταδιακή χαλάρωση της νομισματικής και οικονομικής πολιτικής.
Παράλληλα:
  • Εξυγίανση του Δικαστικού συστήματος, καθαίρεση των επίορκων ανώτατων δικαστών και βαθιά διερεύνηση των περιουσιακών τους στοιχείων και όλων των αποδείξεων για τα παραδικαστικά κυκλώματα.
  • Εθνικοποίηση της ΤτΕ κι όλου του τραπεζικού συστήματος και παραπομπή στη δικαιοσύνη των χρεωκοπημένων τραπεζιτών, που για τη δική τους σωτηρία απαίτησαν και προκάλεσαν την καταστροφή της χώρας. Γενική Σεισάχθεια για νοικοκυριά κι επιχειρήσεις.
  • Εθνικοποίηση κάθε άλλης δημόσιας περιουσίας (αεροδρόμια, λιμάνια, κλπ), που θα έχει μέχρι τότε ξεπουληθεί από το δωσίλογο πολιτικό και οικονομικό ελλαδικό σύστημα.
  • Ανακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ.
  • Παραπομπή του υπάρχοντος πολιτικού προσωπικού, τουλάχιστον των κυριότερων υπεύθυνων (πρώην πρωθυπουργών, υπουργών κλπ), για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας. Θα επιδιώξουμε την αυστηρότερη δυνατή καταδίκη όσων αποδειχτούν ένοχοι.
  • Βαθύτατη διερεύνηση των διαχρονικών οικονομικών σκανδάλων των Κοτζαμπάσηδων και των υποτακτικών τους. Κάθαρση της ελληνικής οικονομίας και δημόσιας διοίκησης, νέμεση στην μακροχρόνια ανομία τους. Δεν θα χρειαστεί να κατασκευαστούν ένοχοι. Οι ένοχοι είναι ήδη γνωστοί στην ελληνική κοινωνία. Η άμεση, πλήρης και αναδρομική κατάργηση όλων των αισχρών ασυλιών που ολάκερο το σύστημα επιφύλαξε για τον εαυτό του, θα κάνει τη διαφορά μεταξύ πραγματικής δικαιοσύνης και του σαθρού σημερινού συστήματος της μόνιμης συγκάλυψης τεράστιων οικονομικών κι εθνικών εγκλημάτων.
  • Τέλος, η εγκαθίδρυση της Ελληνικής Πολιτείας θα συμβεί, μέσω σύγκλησης συντακτικής εθνοσυνέλευσης, με πολύ ευρεία εκπροσώπηση των πολιτών. Πέρα από τις θεμελιώδεις αρχές του Κοινωνιστικού μοντέλου, που θα παρουσιάσουμε παρακάτω, και τα απαραίτητα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, θα επιδιώξουμε το νέο Ελληνικό Σύνταγμα να περιέχει ρητή απαγόρευση του εξωτερικού δανεισμού, σε ποσό άνω του 30% του εγχώριου ΑΕΠ κι αυτό μόνο για περιπτώσεις μεγάλης σπουδαιότητας έργων υποδομής, τα οποία θα πρέπει να έχουν πρόβλεψη απόσβεσης του δανειακού κόστους μέσα σε μια δεκαετία από την παράδοσή τους. Επίσης, τα αδικήματα της απιστίας, της δωροδοκίας, της υπεξαίρεσης και της κατάχρησης δημόσιου χρήματος, θα κατονομαστούν ως ιδιώνυμα και θα διώκονται με όρους Εθνικής Προδοσίας. Η Ελληνική Πολιτεία δεν πρόκειται να απολέσει τη μνήμη των αιτίων της καταστροφής και δεν θα επιτρέψει την επανάληψη των ίδιων παθογενειών.
Όμως Μεταβατική Κυβέρνηση δεν σημαίνει Δικτατορία. Ούτε πρόκειται να λάβει τη δικαιοδοσία με κάποιου είδους πραξικόπημα. Η υφαρπαγή της εξουσίας δεν αποτελεί επιδίωξή μας, ούτε συνάδει με τις ιδέες μας.

Ο Κοινωνισμός θα επικρατήσει υπό το θέλημα του λαού, ειδάλλως θα αποτύχει σε πρωταρχικό επίπεδο. Θέλουμε να ενώσουμε τους Έλληνες, όχι να τους διχάσουμε και πάλι.

Δεν θα επιβληθεί λογοκρισία. Οι ιδέες μας είναι τόσο ισχυρές, που κάτι τέτοιο δεν θα μας εξυπηρετεί. Απεναντίας, η οικουμενική μας υπόσταση θα έχει ανάγκη την ελεύθερη διάδοση των ιδεών, για να απευθυνθεί στις εργατικές τάξεις της Ευρώπης προς συμπαράσταση.

Χρειαζόμαστε τη στήριξη του λαού σε όλα τα επίπεδα. Οι λαϊκές δυνάμεις θα πρέπει να είναι δυναμικά ενεργές και να μπορούν να αυτοοργανώνονται και να ανθίστανται στις δυνάμεις της διεθνούς προπαγάνδας, που βεβαίως θα οργιάσει σε κείνο το διάστημα.

Μια τέτοια κοινωνική κινητοποίηση μπορεί να συμβεί μόνο σε συνθήκες ελεύθερης αλληλεπίδρασης. Όχι με τανκς και αστυνομικά μέτρα. Η αστυνομία θα έχει καλύτερες και πιο επείγουσες δουλειές να κάνει κείνο τον καιρό, παρά να παραφυλάει τον λαό, και ο στρατός θα πρέπει να είναι σε επιφυλακή για να διαφυλάξει τα εθνικά μας σύνορα.

Η αυστηρότητά μας θα εξαντληθεί στους επίορκους κουστουμαρισμένους κατσαπλιάδες, επί εγκλημάτων για τα οποία βοά ολάκερη η πλάση.

Κάθε μας τέτοια ενέργεια θα αυξάνει τη συμπαράσταση του λαού, που θα βλέπει τις υποσχέσεις για πρώτη φορά να εκπληρώνονται κι αυτούς που τόσα χρόνια ξεδιάντροπα τον καταπίεζαν και τον λοιδορούσαν, να παίρνουν επιτέλους το δρόμο της δικαιοσύνης.

Στα ειδικά δικαστήρια που θα συστήσουμε, θα προστεθεί λαϊκό σώμα ενόρκων, κατά το αμερικάνικο πρότυπο.

Όσοι καλοταϊσμένοι του απερχόμενου πολιτικού συστήματος και της κομματικής ευνοιοκρατίας επιχειρήσουν να δημιουργήσουν δυσαρέσκεια και να προκαλέσουν αντιδράσεις, καθώς θα μυρίζονται την απώλεια των προνομίων τους, θα βρουν μπροστά τους ενωμένο το Ταξικό Έθνος και θ’ αναγκαστούν να λουφάξουν, όπως πάντοτε γνωρίζουν να κάνουν σε δύσκολες συνθήκες.

Κείνες θα ‘ναι μέρες ανάτασης και χαράς, θα μείνουν χαραγμένες στη συνείδηση των Ελλήνων σαν Επανάσταση κι Αναγέννηση, μέρες Κοσμογονίας.

Σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Επανάσταση θα εξαπλωθεί ραγδαία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα έχουν πολλά προβλήματα στην αυλή τους, για να μπορούν να μας χτυπήσουν ενωμένες και σύσσωμες, όπως θα ήταν λογικό να περιμένει κανείς από δαύτες.

Η επικοινωνιακή μας πολιτική ωστόσο, καθ’ όλη τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, θα είναι τέτοια, που όσο περισσότερο προσπαθούν να χτυπήσουν την Κυβέρνησή μας, τόσο μεγαλύτερες αντιδράσεις αυτό θα προκαλεί στην κοινή τους γνώμη.

Η αυστηρότητα η οποία διαπνέει το σχέδιό μας, κατά την αδρή περιγραφή των στόχων της Μεταβατικής Κυβέρνησης, δεν αποτελεί βασική αρχή του Κοινωνισμού. Μια ζωντανή κοινωνία δεν μπορεί να ευδοκιμήσει μέσα σε περιβάλλον υπερβολικής αυστηρότητας, ακόμα κι αν αυτή θεωρηθεί για κάποιους δίκαιη.

Πρόκειται για ένα απαραίτητο ενδιάμεσο στάδιο, με στόχο την απελευθέρωση της χώρας και του λαού από την ξένη επιβολή και από τους ντόπιους τοποτηρητές της.

Η ανοικοδόμηση της Ελλάδας, μετά από διακόσια χρόνια Κοτζαμπάσικου πλιάτσικου, εν μέσω ανθρωπιστικής κρίσης και διεθνούς χάους, υπό συνθήκες έσχατης διαφθοράς, δεν μπορεί να γίνει με μοίρασμα λουλουδιών. Η απόδοση Δικαιοσύνης για πολύ σοβαρά κι αποδεδειγμένα εγκλήματα, οφείλει να είναι αυστηρή, ειδάλλως δεν θα ‘ναι δίκαιη. Για να μπορεί να διαθέτει αύριο η Δικαιοσύνη μας τη χάρη της επιείκειας, πρέπει ν’ αποδείξει σήμερα τη σοφία της αυστηρότητας. Αλλιώς το ζύγι δε θα ‘ναι πια ποτέ σωστό.

Η Δημοκρατία μας, η Ελληνική Πολιτεία, θα στηθεί πάνω στην προσαρμογή ανάμεσα στην Αυστηρότητα και την Επιείκεια. Και το μέτρο της προσαρμογής αυτής δεν θα το κατέχει κανένας πεφωτισμένος, παρά ο ίδιος ο λαός, ο Αριστοτελικός Πολίτης του μέλλοντος.

Η αίσθηση περί δικαίου θα είναι συνισταμένη της βούλησης της ίδιας της κοινωνίας, υπό το φως μιας Ελληνικής Ανθρωπιστικής Παιδείας, για την οποία θα μιλήσουμε συνοπτικά στα παρακάτω.

Πολλοί θα βιαστούν να χαμογελάσουν σε τούτο το σημείο. Όταν αναφέρεται ο λαός ως εγγυητής του πολιτεύματος, τις περισσότερες φορές υποκρύπτεται από πίσω κάποια νέα ελίτ, που θα βάλει τον εαυτό της να καθίσει στο σβέρκο των υπόλοιπων, ενώ ευαγγελίζεται τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία. Πόσες φορές άραγε είδαμε τούτο το έργο κατά τους προηγούμενους αιώνες.

Ο Κοινοτισμός όμως ανήκει σε τούτο τον αιώνα, τον οποίο δεν εννοεί να δεχτεί ως απλή συνέχεια κι επανάληψη του 20ου των δεκάδων εκατομμυρίων θυμάτων πολέμων. Βρισκόμαστε στην εποχή που το παλιό έχει πεθάνει κι εμείς οραματιζόμαστε να είμαστε το νέο που θα γεννηθεί, όχι τα τέρατα που περιδιαβαίνουν στο ενδιάμεσο.

Κάποιοι άλλοι πάλι, θ’ αρχίσουν να καγχάζουν. Αν δεν υπάρχει μια ελίτ, θα πούνε, να οργανώνει το πόπολο, μόνο εικόνες χάους και οχλοκρατίας μπορούν να μας έρθουνε στο νου.

Εμείς είμαστε ωστόσο κείνοι που θα γελάσουν τελευταίοι. Η Ελληνική Πολιτεία είναι ένα πρότυπο μοντέλο άμεσης δημοκρατίας, μελετημένο ώστε ν’ απαντάει στη πράξη στα παραπάνω ερωτήματα.

Δεν χρειάζεται καμιά ελίτ, πολιτική ή πνευματική, να της υποδείξει το σωστό, όμως έχει τον τρόπο να μην εκπίπτει στην οχλοκρατία. Ένα λειτουργικό μοντέλο ικανό να αυτοοργανώνεται και να προσαρμόζεται διαχρονικά στις ανάγκες του εσωτερικού κι εξωτερικού του περιβάλλοντος, ένα πρότυπο ζωντανής αυτόνομης κοινωνίας. Είναι κάτι τέτοιο δυνατόν; Ο Κοινωνισμός πιστεύει πως ναι. Ας εξετάσουμε όμως ακροθιγώς τον μεγάλο ασθενή του αιώνα μας, την αντιπροσωπευτική Αστική Δημοκρατία, πριν καταλήξουμε επ’ αυτού…



Αστική Δημοκρατία: Ο Μεγάλος Ασθενής



Εδώ και αρκετά χρόνια, η αντιπροσωπευτική Αστική Δημοκρατία συγκεντρώνει όλο και περισσότερα πυρά εναντίον της, από διάφορες πλευρές. Κριτική ωστόσο της γίνεται εδώ και δεκαετίες, όμως σε όλες τις περιπτώσεις αυτές αποκρούονταν ως αιτιάσεις οπαδών ολοκληρωτικών καθεστώτων, που είχαν κάθε συμφέρον να υποσκάψουν την «καλύτερη μορφή δημοκρατίας» που εμφανίστηκε ποτέ, τουλάχιστον μετά Χριστόν.

Ο φασισμός για παράδειγμα, που λούφαξε για μερικές δεκαετίες μετά τον Β’ Π.Π. και πλέον έχει αναδυθεί όπως η ψείρα στο γιακά, συνεχίζει την ιδιόρρυθμη κριτική του, πάνω στο μοντέλο που οι λαοί έμαθαν ν’ αποκαλούν Δημοκρατία.

Η φασιστική επιχειρηματολογία επικεντρώνεται στα δημοκρατικά ελλείμματα και στη διαφθορά που παρατηρούνται στο αστικό πολίτευμα, για να καταλήξει ότι «αφού δεν πρόκειται για πραγματική δημοκρατία, τότε ας την καταργήσουμε παντελώς».

Τούτη πρόκειται για ξεκάθαρη λογική πλάνη. Όταν μέμφεσαι ένα πολίτευμα για έλλειψη δημοκρατίας, δεν μπορεί στη θέση του να προτείνεις κάτι ακόμα λιγότερο δημοκρατικό. Κανένα απολυταρχικό ή ολοκληρωτικό σύστημα άλλωστε, όση βία και τρόμο κι αν επέφερε, δεν απέφυγε τελικά την καταστροφή, αφού αποδεδειγμένα ένα συγκεντρωτικό σύστημα είναι ιδιαίτερα επιρρεπές στην ακραία διαφθορά.

Τα τελευταία χρόνια ωστόσο, όλο και περισσότεροι δημοκρατικοί πολίτες ασκούν κριτική στην Αστική Δημοκρατία, καθώς νιώθουν ότι έχει μπει σε μια κατιούσα σπείρα παρακμής. Οι πολίτες με απόγνωση διαπιστώνουν ότι έχουν μεν την ελευθερία ν’ αλλάξουν πρόσωπα, όχι όμως και πολιτικές, θαρρείς και το αστικό πολιτικό σύστημα είναι απλά ένας θίασος, με τον ίδιο πάντοτε θιασάρχη και τον ίδιο υποβολέα.

Το πολιτικό προσωπικό έχει καταστεί ένα κλειστό σύστημα, μια προνομιούχα κάστα μη προσπελάσιμη από τον κάθε πολίτη. Το δικαίωμα του εκλέγεσθαι δεν ισχύει στην πράξη για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

Η εκλογή καθίσταται δύσκολη κι ιδιαίτερα δαπανηρή υπόθεση και μόνο κάποιος εκ των προτέρων πλούσιος ή κάποιος που χρηματοδοτείται από μεγάλα συμφέροντα ή έχει την επικοινωνιακή χορηγία κάποιου μεγάλου ΜΜΕ, θα μπορούσε να εκλεγεί.

Με αυτόν τον τρόπο τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα έχουν αλώσει πλήρως κι ελέγχουν ολοσχερώς τα πολιτικά πράγματα στις δυτικές αστικές δημοκρατίες. Το πολίτευμα προσιδιάζει όλο και περισσότερο σε Ολιγαρχία, ενώ η κλειστή κάστα των πολιτικών επιδαψιλεύει στον εαυτό της όλο και περισσότερα προκλητικά προνόμια, πράγμα που υπερτονίζει την ολιγαρχικότητα.

Θα μπορούσε κανείς να επιχειρηματολογήσει, ότι η Αστική Δημοκρατία λειτούργησε κάπως ικανοποιητικά, κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, όταν ολάκερο το καπιταλιστικό σύστημα έδειχνε υποχρεωτικά το γλυκό του πρόσωπο, μπροστά στον φόβο του Κομμουνισμού, που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να διεισδύσει στις μάζες, αν το σύστημα έκανε το σφάλμα να τις εξαθλιώσει. Ήταν η μπελ επόκ του Καπιταλισμού, η οποία έληξε πανηγυρικά, μαζί με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

Δίχως αντίπαλο, ο ανεξέλεγκτος Καπιταλισμός εξελίχθηκε γρήγορα σε Νεοφιλελευθερισμό και αξίωσε την παγκόσμια κυριαρχία του. Τα εθνικά κράτη, τα σύνορα, οι εθνικές ιδιοπροσωπίες, οι ίδιες οι δικλείδες ασφαλείας του αστικού συστήματος –τα συντάγματα, οι δικαστικές αρχές κλπ-, αποκηρύχθηκαν ως βαρίδια στη νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη.

Πολύ σύντομα η Αστική Δημοκρατία, από θεσμός εξισορρόπησης της ισχύος μεταξύ λαού και Κεφαλαίου, μετατράπηκε σε μηχανισμό διοχέτευσης όλο και περισσότερου πλούτου, εξουσίας και δημόσιας περιουσίας προς την ανώτερη οικονομικά τάξη, περιλάλητη για την ανεξάντλητη απληστία της.

Ενώ πολλά έχουν ακουστεί περί του «τέλους του Κράτους», αυτό προορίζεται επιλεκτικά για τους ανίσχυρους λαούς, που έτσι θα γίνουν λεία των ισχυρότερων. Αντίθετα, τα πράγματι ισχυρά κράτη γίνονται σήμερα ισχυρότερα, μέσω της προνομιακής χρήσης εξελιγμένης τεχνολογίας, δορυφορικών και ηλεκτρονικών συστημάτων παρακολούθησης κι ελέγχου του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, διαμόρφωσης της κοινής γνώμης κι άλλων επιστημονικά σχεδιασμένων μέσων. Ποιος είπε ότι η επιστήμη είναι ουδέτερη; Ουσιαστικά το κράτος μεταβάλλεται, από θεσμός αυτοοργάνωσης των κοινωνιών, σε προνομιακό εργαλείο που διαθέτουν οι ισχυρότεροι κατά των ασθενέστερων.

Με προσχήματα την οικονομική κρίση, την τρομοκρατία και την κοινωνική αστάθεια, παράγοντες που το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα υπέθαλψε, το σύστημα της Αστικής Δημοκρατίας, τα τελευταία χρόνια, τείνει όλο και περισσότερο να εκπέσει σε ένα καθεστώς μόνιμης Έκτακτης Ανάγκης, σε διαρκή πόλεμο με τρομοκράτες που το ίδιο το σύστημα εκπαιδεύει και χρηματοδοτεί, ενώ όλο και πιο κοντά μας φέρνουν οι εξελίξεις σε προπολεμικές συνθήκες, προετοιμάζοντας άλλον έναν Μεγάλο Πόλεμο, πιθανώς τον μεγαλύτερο.

Έναν πόλεμο οργουελικής έμπνευσης, μόνιμο και υπολογισμένα καταστροφικό, έτσι ώστε να ισχύσει τελικά το δόγμα Ο Πόλεμος είναι Ειρήνη. Μια κατάσταση σχεδιασμένη ώστε να παγώσει την πολιτική και οικονομική εξέλιξη της ανθρωπότητας σε μια μόνιμη παντοτινή επανάληψη, σα νιτσεϊκό εφιάλτη.

Οι πολίτες βλέπουν καθημερινά τα δικαιώματά τους –πολιτικά, οικονομικά, εργασιακά, ατομικά- να χάνονται, ενώ όλοι οι πολιτικοί και δικαστικοί θεσμοί υπερθεματίζουν το αναγκαίο τούτης της ιστορικής οπισθοδρόμησης, προσπαθώντας να τη δικαιολογήσουν με δήθεν δημοκρατικά επιχειρήματα. Ωστόσο κατά την αδυσώπητη πορεία προς τον νεοφιλελεύθερο ολοκληρωτισμό, καταλύονται βάναυσα ακόμα και θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά της εργασίας και της κατοικίας, τα οποία μέχρι πρόσφατα αποτελούσαν βασικούς πυλώνες του λεγόμενου «κοινωνικού συμβολαίου», που πλέον αποτελεί γράμμα κενό. Το αποτέλεσμα των εκλογών γίνεται σεβαστό μονάχα εφόσον δεν απειλεί τη γερμανική γραμμή της εξοντωτικής λιτότητας, όπως μας απέδειξε πρόσφατα το προεδρικό πραξικόπημα της Πορτογαλίας, όπως και η ωμή καταπάτηση του ελληνικού δημοψηφίσματος, το καλοκαίρι του 2015.

Οι μόνοι κερδισμένοι πανευρωπαϊκά είναι –ποιοι άλλοι;- οι φασίστες, που καραδοκούν ώστε να δώσουν το οριστικό χτύπημα στην ιδέα της Δημοκρατίας καθαυτής και ν’ ανοίξουν το δρόμο για τον κεφαλαιοκρατικό ολοκληρωτισμό. Η Αστική Δημοκρατία είναι ο Μεγάλος Ασθενής της εποχής μας, ενώ όλοι ορέγονται να ξεκοκαλίσουν τις σάρκες και να διαμοιράσουν τα ιμάτιά της.

Φυσικά ο Κοινωνισμός δεν θα μπορούσε να καθίσει με σταυρωμένα τα μπράτσα μπροστά σε μια τέτοια εξέλιξη. Η κριτική που ασκούμε στη σαθρή Αστική Δημοκρατία, η οποία έχει πια αποτύχει παντελώς, ως παράγοντας εξομάλυνσης μέσα στα πλαίσια των καπιταλιστικών δυτικών (και όχι μόνο) κοινωνιών, στέκεται σε πολύ διαφορετική οπτική γωνία. Για εμάς το δημοκρατικό έλλειμμα αντιμετωπίζεται μόνο με περισσότερη και καλύτερης ποιότητας δημοκρατία κι η ολιγαρχική κατρακύλα ανακόπτεται μόνο με την άμεση συμμετοχή των πολιτών σε ανοιχτές δημοκρατικές διαδικασίες.

Ένα λειτουργικό και γνήσια δημοκρατικό πολίτευμα του 21ου αιώνα, είναι η μόνη εναλλακτική πρόταση για τη διαδοχή του Μεγάλου Ασθενή, εκτός από έναν σκοτεινό ολοκληρωτικό τεχνομεσαίωνα, έναν δεσποτικό κορπορατικό νεοφεουδαλισμό, που το ακαπίστρωτο κεφάλαιο απεργάζεται σε παγκόσμια κλίμακα κι ετοιμάζεται σύντομα να θέσει σε ισχύ, με την ΤΤΙΡ κι άλλες λεόντειες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες.

Στους αλαζονικούς κήρυκες του τέλους της Ιστορίας και στους μανιακούς ιδεολόγους της ΤΙΝΑ, ο Κοινωνισμός έχει ως απάντηση την Ελληνική Πολιτεία.




Σπερματικά Πρότυπα Δημοκρατίας



Η αρχαία ελληνική δημοκρατία, κατά το αθηναϊκό μοντέλο, έχει επικριθεί από κύκλους κυρίως της αριστεράς, λόγω των εγγενών ελαττωμάτων που εμπεριείχε. Το γεγονός ότι η αθηναϊκή δημοκρατία, δεν συμπεριλάμβανε τον γυναικείο πληθυσμό, αλλά πολύ περισσότερο το γεγονός ότι στήριζε την ύπαρξη και την ευημερία της σε μια εργατική τάξη δούλων, χωρίς καθόλου πολιτικά δικαιώματα, έχουν γίνει αντικείμενο εκτεταμένης κι εκ πρώτης όψεως δικαιολογημένης κριτικής, μολονότι ο Καστοριάδης επιμένει ότι τα περί δουλοκτησίας δεν είναι απολύτως ακριβή.

Σπάνια ωστόσο λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι όλα αυτά συνέβησαν πριν από δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Πράγματι, το αρχαίο πολίτευμα αποτύπωνε όχι μόνο τις τότε κοινωνικές ισορροπίες και θεσμίσεις, αλλά πάνω απ’ όλα τους περιορισμούς που έθετε το παραγωγικό μοντέλο της εποχής του.

Η οικονομία ήταν κατά βάση γεωργική και το τεχνολογικό επίπεδο τέτοιο, που δεν θα μπορούσε να παράγει αρκετό πλούτο, ώστε ολόκληρος ο πληθυσμός της πόλης-κράτους να μπορεί να γεύεται τα οφέλη του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Όλα αυτά άλλαξαν άρδην κατά τον 20ο αιώνα. Οι γυναίκες απέκτησαν δικαίωμα ψήφου και η ισονομία μεταξύ των φύλων έκανε σημαντική πρόοδο, ιδιαίτερα στον δυτικό νομικό πολιτισμό, αν και ακόμα στις μέρες μας δεν έχει κατακτηθεί πλήρως στην πράξη, εντός του κοινωνικού σώματος.

Η κυριότερη ωστόσο διαφορά της σύγχρονης εποχής, είναι η τεχνολογική εξέλιξη. Όπως αναφέραμε στην εισαγωγή του παρόντος συγγράμματος, τα σύγχρονα μέσα παράγουν ικανό πλούτο, ώστε σήμερα η εργατική τάξη είναι σε θέση να συμμετέχει στα αγαθά της δημοκρατίας, με την προϋπόθεση της ορθολογικής και ισόρροπης κατανομής αυτού του πλούτου, πράγμα που ο νεοφιλελεύθερος δογματισμός αρνείται πεισματικά, αξιώνοντας την υπερσυσσώρευσή του στα χέρια όλο και λιγότερων.

Πολλοί σύγχρονοι «ελεύθεροι» εργάτες, ιδίως μετανάστες, πιθανώς ζουν πολύ χειρότερη ζωή από τους δούλους της αρχαίας Αθήνας, μια τάση σύγχρονης σκλαβιάς που διαρκώς αναπτύσσεται στις μέρες μας.

Πράγματι, όσο κι αν έχει γίνει κριτική στη βασική μαρξιστική θεώρηση, ότι οι παραγωγικές σχέσεις και το αντίστοιχο νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα αντιστοιχούν σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων, αυτή δεν έχει απολέσει πλήρως την ερμηνευτική της αξία. Μπορεί δηλαδή η τεχνική να μην είναι ακριβώς ένας αυτόνομος παράγοντας καθορισμού της κοινωνικής εξέλιξης, ωστόσο δεν παύει να παίζει κύριο ρόλο στην τελική έκβαση, καθώς θέτει τους περιορισμούς στον πλούτο, άρα και στην ισχύ, που πρέπει να διαμοιραστούν μέσα στα πλαίσια μιας κοινωνίας.

Ένα άλλο στοιχείο που αναφέρεται ως μια απ’ τις σκιερές πτυχές του αρχαίου δημοκρατικού συστήματος, είναι η αστάθεια και η χαμηλή βιωσιμότητα που επέδειξε. Μετά την εποχή του Περικλή, εύκολα εκφυλίστηκε σε οχλοκρατία και δημαγωγία και τελικά παρήκμασε σχετικά γρήγορα.

Ο λόγος γι’ αυτό κατά τη γνώμη μας, ήταν ότι οι αρχαίοι δεν είχαν θεσμοθετήσει τη δημόσια παιδεία. Έτσι, ενώ η υψηλή παιδεία υπήρξε εξαρχής αναγκαία συνθήκη για την ορθή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, από την άλλη πλευρά οι φτωχότεροι των πολιτών (η πλειοψηφία δηλαδή) δεν είχε πρόσβαση σ’ αυτήν. Σε τούτο το έδαφος ήταν εύλογο να ευδοκιμήσει η δημαγωγία και οι πιο μορφωμένοι, άρα και οι πλουσιότεροι, μπορούσαν εύκολα να ελέγχουν δημοκοπικά τη βούληση της κοινωνίας, η οποία έτσι έπαψε να είναι κυριολεκτικά αυτόνομη.

Βασικό επίσης ρόλο στον εκφυλισμό έπαιξε ο μακροχρόνιος εμφύλιος Πελοποννησιακός πόλεμος και η συνακόλουθη εξαχρείωση που νομοτελειακά επέφερε. Το πρότυπο της Ελληνικής Πολιτείας εγγυάται την αδυναμία διεξαγωγής εμφυλίου στην Ελλάδα, όπως θα δούμε παρακάτω.

Κατά συνέπεια, μια σύγχρονη άμεση δημοκρατία είναι ικανή να υπερβεί τούτα τα ελαττώματα, καθώς διαθέτουμε πια τα εργαλεία και τη γνώση για κάτι τέτοιο. Η αυτονόητη για εμάς ισότητα των φύλων, μαζί με ένα οικονομικό σύστημα αναδιανομής πλούτου και άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, σε συνδυασμό μ’ ένα δημόσιο σύστημα παιδείας, κατάλληλο για τη γαλούχηση δημοκρατικών κι ελεύθερων πολιτών, είναι σε θέση να δώσει τις απαντήσεις.

Γιατί η αρχαία δημοκρατία δεν θα είχε αφήσει τόσο ανεξίτηλο το σημάδι της στην παγκόσμια πολιτική ιστορία, αν δεν διέθετε και αρκετά πλεονεκτήματα, πέρα από τα ψεγάδια που της έχουμε ήδη καταμαρτυρήσει.

Όμως υπάρχει κι άλλο ένα αρχαίο πολιτικό πρότυπο, από τ’ οποίο θα μπορούσαμε να διδαχθούμε, το Σπαρτιατικό. Σίγουρα η φιλοσοφία του, ως ένα στρατοκρατικό, δουλοκτητικό, ολιγαρχικό σύστημα, δεν είναι συμβατή με τις αρχές και τις επιδιώξεις του Κοινωνισμού, ούτε νιώθουμε κάποιον θαυμασμό γι’ αυτήν.

Δεν θα πρέπει εντούτοις να μας διαφεύγει η εξαιρετική ευστάθεια κι αντοχή που επέδειξε, μέσα σε επτά περίπου αιώνες λειτουργίας του. Ίσως και να πρόκειται για ένα απ’ τα μακροβιότερα πολιτικά συστήματα που γνωρίζουμε μέχρι τις μέρες μας.

Το μυστικό της ισορροπίας και της ευστάθειας, κατά τη δική μας ανάλυση, ήταν ο τρόπος με τον οποίο κατένειμε την ισχύ μέσα στο σύστημα των Ομοίων. Η κατανομή ήταν κυκλική. Όλοι ελέγχονταν από κάποιον άλλον και κανείς δεν κατείχε απόλυτη εξουσία. Ο θεσμός των δύο βασιλιάδων μάλιστα, ήταν από τις χαρακτηριστικότερες δομικές καινοτομίες του συστήματος, που εξασφάλιζε το μέτρο και την ισορροπία, άρα και την ευστάθεια.

Ακόμα λοιπόν κι αν απορρίπτει σήμερα κανείς το σπαρτιατικό μοντέλο, τούτη η αρμονική διευθέτηση έχει πολλά να διδάξει σε όποιον δεν φορά τις παρωπίδες της μοντερνιστικής οίησης και κατέχει την βασική τέχνη της αναλογίας.

Η Ελληνική Πολιτεία δε ζητάει να αναμασήσει πρότυπα περασμένων ιστορικών φάσεων, σε μια αταβιστική κρίση προγονοπληξίας. Δεν βλέπουμε την Αρχαία Ελλάδα ως μοντέλο, που θα έπρεπε ν’ αντιγράψουμε για να βρούμε την ελευθερία ή τη δικαιοσύνη. Για μας μπορεί απλά να λειτουργήσει ως σπέρμα γονιμοποιό. Σκοπός μας είναι να επιλέξουμε τα καλύτερα στοιχεία της ελληνικής και παγκόσμιας πολιτικής παράδοσης και να δομήσουμε ένα λειτουργικό πρότυπο, που θα αντιμετωπίζει όλα τα ελαττώματα της θνήσκουσας Αστικής Δημοκρατίας, μέσα στις συνθήκες του 21ου αιώνα.




Η Ελληνική Πολιτεία



Σύμφωνα με τη σκέψη του Κοινωνισμού, πολιτική είναι η συνολική ριζική θέσμιση της κοινωνίας, που αφορά ολόκληρη την κοινωνία κι είναι έργο όλου του πληθυσμού. Η ισχύς, κατά το ελληνικό πρότυπο, προέρχεται από την κοινωνία κι από κάθε άνθρωπο χωριστά, οπότε πρέπει και να ασκείται απ’ όλους τους πολίτες κι όχι από έναν ή από λίγους.

Δεν είναι ανάγκη να καταφύγουμε σε εκτεταμένες φιλοσοφικές και πολιτικές αναλύσεις για να υποστηρίξουμε αυτό το «πρέπει». Ο ελληνικός λαός έχει αποκτήσει πλέον τεράστια κι επώδυνη εμπειρική γνώση όσων συμβαίνουν, όταν η πολιτική ασκείται από μια κλειστή κάστα προνομιούχων, στην περίπτωσή μας τους Κοτζαμπάσηδες και το διαπλεκόμενο πολιτικό τους προσωπικό.

Από την άλλη πλευρά, είναι δεδομένο ότι κοινωνική, συλλογική ζωή δεν μπορεί να υπάρξει, χωρίς μια οργάνωση, χωρίς ένα μίνιμουμ κοινών κανόνων, δίχως ένα ελάχιστο αξιών και σκοπών, τους οποίους είτε συμμερίζονται όλα τα μέλη της κοινωνίας, είτε τουλάχιστον δεν τα αντιμάχονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να προτιμούν αυτή η κοινωνία να καταστραφεί και να ρημάξει.

Έτσι, καταλήγουμε στο σχεδιασμό του προτύπου της Ελληνικής Πολιτείας, με στόχο να δοθεί απάντηση σε όλα τα εγγενή δομικά προβλήματα, που ταλανίζουν την αντιπροσωπευτική αστική δημοκρατία, όπως συνοπτικά τα παρουσιάσαμε προηγουμένως.

Από την επικράτηση της Επανάστασης και σε όλη τη φάση του σταδίου της Μεταβατικής Κυβέρνησης, η χώρα θα μετονομαστεί σε Ελληνική Πολιτεία (Hellenic State, HS). Ως πολίτευμα θα οριστεί η Προεδρική Άμεση Δημοκρατία.

Η σημαία κι ο εθνικός ύμνος θα παραμείνουν ως έχουν. Ο Ύμνος προς την Ελευθερία συνεχίζει να μας εμπνέει, ενώ η γαλανόλευκη παραμένει για τους περισσότερους εξ ημών ένα σύμβολο που εκφράζει την εθνική μας ταυτότητα, παρά τις απόπειρες εθνομηδενιστικών κύκλων να την καταστήσουν «κουρελόπανο», αλλά και τις άοκνες προσπάθειες του νοσηρού πολιτικού συστήματος να περιτυλίξει μ’ αυτήν και να συγκαλύψει την εθνική προδοσία και την εκποίηση της πατρίδας.

Μετά την αλλαγή ονόματος και την παραδειγματική καταδίκη των ντόπιων δωσίλογων, την ανατροπή δηλαδή των Κοτζαμπάσηδων και του διαπλεκόμενου συστήματος εξουσίας, ο ελληνικός λαός θα αρνηθεί κατηγορηματικά ν’ αναγνωρίσει τα επαχθή δάνεια του προηγούμενου καθεστώτος, πράγμα που σίγουρα προσφέρει νέα νομική βάση στην αμφισβήτηση και διαγραφή των τοκογλυφικών χρεών.

Μόλις η Μεταβατική Κυβέρνηση φέρει σε πέρας το έργο της, δηλαδή την απελευθέρωση της χώρας, την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας, την κάθαρση του συστήματος διαπλοκής, τη διαγραφή των χρεών, την ομαλή εισαγωγή εθνικού νομίσματος (Οβολός) και την παραγωγική ανασυγκρότηση, θα συγκληθεί Συντακτική Εθνοσυνέλευση, η οποία θα καταρτίσει το νέο Σύνταγμα της χώρας και θα εγκαθιδρύσει το νέο πολίτευμα.

Ήδη, καθ’ όλη τη διάρκεια της επαναστατικής πορείας, η Δημοκρατική Συγκρότηση του κινήματος θα έχει διαπαιδαγωγήσει τον λαό στο πρότυπο της Ελληνικής Πολιτείας. Στη διάρκεια της μεταβατικής φάσης θα δρομολογηθούν οι κατάλληλες διαδικασίες, έτσι ώστε ο ελληνικός λαός να εξοικειωθεί περαιτέρω με τους θεσμούς και τις διαδικασίες της αληθινής δημοκρατίας, αυτοθέσμισης κι αυτοδιοίκησης. Οι λαοσυνάξεις θα αρχίσουν να λειτουργούν και θ’ αποκτούν σταδιακά δικαιοδοσίες, πριν ακόμα απ’ την επίσημη λειτουργία της Ελληνικής Πολιτείας.

Η Ελληνική Πολιτεία λοιπόν, θα κυβερνάται άμεσα απ’ τις Λαοσυνάξεις. Θα ιδρυθούν πεντακόσιες απ’ αυτές, αντιπροσωπεύοντας κατά μέσο όρο είκοσι χιλιάδες πολίτες η καθεμία. Φυσικά θα ληφθούν υπόψη και οι γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, όπως νησιά κλπ. Η εισήγησή μας στην Συντακτική Εθνοσυνέλευση θα είναι οι λαοσυνάξεις των μεγάλων πόλεων ν’ αντιπροσωπεύουν περισσότερους πολίτες (σαράντα ως πενήντα χιλιάδες), έτσι ώστε ν’ αποτρέπεται η μόνιμη επιβολή της γνώμης τους στους κατοίκους των πιο αραιοκατοικημένων περιοχών και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ισότιμη περιφερειακή ανάπτυξη όλης της χώρας.

Κάθε λαοσύναξη θα συνεδριάζει τακτικά ανά τρεις μήνες, αλλά και σε έκτακτες περιπτώσεις, εφόσον αυτό ζητηθεί από συγκεκριμένο αριθμό μελών της. Θα εκλέγει δήμαρχο (αφού κάθε λαοσύναξη θα αποτελεί ταυτόχρονα κι έναν δήμο), δημοτικό συμβούλιο και όσες άλλες διοικητικές δομές τυχόν θα θεσμοθετηθούν (νομάρχες και νομαρχιακοί σύμβουλοι, μητροπολιτικοί δήμαρχοι κλπ) και θα είναι υπεύθυνη για τα τοπικά ζητήματα, τα δημοτικά τέλη και τα λοιπά έσοδα. Θα εκλέγει επίσης έναν βουλευτή, που θα την εκπροσωπεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Όλοι οι παραπάνω θα προκύπτουν με κλήρωση. Η κλήρωση είναι η διασφάλιση και η ειδοποιός διαφορά της δημοκρατίας. Ωστόσο για θέσεις οι οποίες απαιτούν ειδικά προσόντα και γνώσεις (δικαστές, οικονομικοί υπεύθυνοι κλπ), οι δημόσιοι λειτουργοί θα είναι αιρετοί. Όλοι οι λειτουργοί, αιρετοί και κληρωτοί, θα είναι πλήρως ανακλητοί και το έργο τους θα ελέγχεται από τη λαοσύναξη απ’ την οποία προέρχονται αλλά και από την Βουλή των Αντιπροσώπων.

Κάθε λαοσύναξη θα καθορίζει συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο, την Εντολή, βάσει της οποίας θα εξουσιοδοτεί τον βουλευτή της να την εκπροσωπήσει στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Ο βουλευτής θα ψηφίζει μεν κατά συνείδηση εντός της Βουλής, ωστόσο αν οποιαδήποτε ψήφος ή άλλη δράση του κριθεί από τη λαοσύναξή του ότι παραβιάζει σοβαρά την Εντολή που έλαβε, θα μπορεί να ανακληθεί, ακόμα και να παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη. Η θητεία του ορίζεται για ένα έτος και μπορεί να παραταθεί για ένα έτος ακόμα, με απόφαση της λαοσύναξης.

Οι επιμέρους διαδικασίες και κανονισμοί λειτουργίας θα καθορίζονται από κάθε λαοσύναξη χωριστά, ενώ η κεντρική κυβέρνηση απλώς θα επιβλέπει την τήρηση του συντάγματος και των εθνικών νόμων.

Η περιουσία κάθε κληρωτού ή αιρετού δημόσιου λειτουργού θα καταγράφεται λεπτομερώς πριν και μετά το τέλος της υπηρεσίας του και θα ελέγχεται για παράνομο πλουτισμό. Σε περίπτωση που κριθεί ότι η δράση του επέφερε σοβαρή βλάβη στην Ελληνική Πολιτεία, θα είναι υπόλογος με την περιουσία του, σύμφωνα με απόφαση των δικαστηρίων.

Η Ελληνική Πολιτεία θα χρησιμοποιήσει όλες τις δυνατότητες που παρέχουν οι νέες τεχνολογίες και το διαδίκτυο, προκειμένου να μην είναι απαραίτητη η φυσική παρουσία όλων των πολιτών στις συνεδριάσεις, αλλά να μπορεί ο καθένας να παρακολουθεί, ν’ αγορεύει –γραπτά και προφορικά- και να ψηφίζει από το σπίτι του.

Η συμμετοχή στα κοινά θα είναι υποχρεωτική, από τα 18 έως τα 70. Οι νέοι από 18 έως 25 ετών θα έχουν δικαίωμα ψήφου και υποχρέωση συμμετοχής στις λαοσυνάξεις, αλλά δεν θα βαρύνονται με το καθήκον της κληρωτίδας. Τα επτά αυτά χρόνια θα θεωρούνται ως προπαρασκευαστική περίοδος, προκειμένου κάποιος να δύναται ν’ αναλάβει ευθύνες και να μπορεί να είναι υπόλογος γι’ αυτές.

Οι άνω των 70 δεν θα έχουν καμιά υποχρέωση συμμετοχής, ούτε θα βαρύνονται δια της κληρώσεως. Θα διατηρούν ωστόσο το δικαίωμα ψήφου και αγόρευσης.

Όποιος κάτω των 70 δεν παραστεί ή δεν ψηφίσει σε τουλάχιστον δύο συνεδριάσεις της λαοσύναξης κατ’ έτος, θα χάνει το προνόμιο του Έλληνα Πολίτη και θα υποβιβάζεται σε Υπήκοο. Φυσικά θα υπάρχουν εξαιρέσεις για λόγους υγείας κλπ.

Οι υπήκοοι θα στερούνται κάποιων φοροελαφρύνσεων και δεν θα έχουν δικαίωμα κοινωνικού μερίσματος από την ανάπτυξη της χώρας, όπως θ’ αναφέρουμε παρακάτω. Κατά τ’ άλλα θα έχουν πλήρη δικαιώματα έναντι του νόμου και όλες τις βασικές παροχές (υγεία, παιδεία, πρόνοια) που απολαμβάνουν οι πολίτες.

Στόχος μας είναι να ανταμείψουμε και να τιμήσουμε όσους δουλεύουν για το κοινό καλό, όσους ρισκάρουν την ελευθερία και την περιουσία τους για την ευημερία της χώρας κι όχι να δημιουργήσουμε πολίτες β’ κατηγορίας. Ο καθένας θ’ αναλάβει απλώς τις ευθύνες των ελεύθερων επιλογών του.

Κάθε πέντε έτη θα διεξάγονται εθνικές εκλογές για την εκλογή του Προέδρου της χώρας. Οι υποψήφιοι θα είναι ηλικίας άνω των πενήντα ετών και θα πρέπει να προταθούν από συγκεκριμένο αριθμό πολιτών, όπως και να έχουν ήδη δοκιμαστεί σε δημόσια καθήκοντα. Θα έχουν αυστηρά ίσο χρόνο προβολής τους από τα ΜΜΕ και η Ελληνική Πολιτεία θα καλύπτει τα έξοδα πέντε ανοικτών ομιλιών για τον καθένα, σε πόλεις της χώρας, με τηλεοπτική κάλυψη. Οποιαδήποτε άλλη χορηγία θα απαγορεύεται αυστηρά. Ακόμα και αν κάποιοι υποψήφιοι διαθέτουν προσωπική περιουσία, θα υπάρχει πλαφόν στα χρήματα που θα δύναται ο καθένας να δαπανήσει, έτσι ώστε η εκλογή να μην κλίνει υπέρ των πλουσιότερων.

Οι δύο πρώτοι σε ψήφους θα ανακηρύσσονται Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος της χώρας. Οι αρμοδιότητές τους θα κατανεμηθούν με τέτοιο τρόπο, ώστε κανένας απ’ τους δύο να μην διαθέτει απόλυτη δικαιοδοσία στα πράγματα της χώρας. Οι δύο πρόεδροι θα σχηματίζουν κυβέρνηση, επιλέγοντας οι ίδιοι τους υπουργούς τους και θα καταθέτουν τις προγραμματικές τους δεσμεύσεις στη βουλή. Δεν θα είναι αναγκαία η ψήφος εμπιστοσύνης.

Σε περίπτωση που ένα νομοσχέδιο υπερψηφιστεί από τη βουλή, οι λαοσυνάξεις θα μπορούν, μετά την πάροδο εξαμήνου, να ζητήσουν την κατάργηση ή την τροποποίηση του νόμου, εφόσον αυτός θα έχει δοκιμαστεί στην πράξη και θα έχει δείξει τις αδυναμίες ή τις αστοχίες του. Εάν ένα νομοσχέδιο καταψηφιστεί από τη βουλή, οι πρόεδροι θα μπορούν να ζητήσουν εντούτοις την εφαρμογή του, βάσει του Προεδρικού Δικαιώματος. Σε τέτοια περίπτωση το περιθώριο κατάργησης του νόμου αυξάνεται σε ένα χρόνο κι όλες οι λαοσυνάξεις θα πρέπει να συνεδριάσουν ώστε να τον κατακυρώσουν ή να τον καταργήσουν. Εφόσον συμβεί το δεύτερο, αυτομάτως οι πρόεδροι θα θεωρούνται έκπτωτοι και θα προκηρύσσονται νέες εθνικές εκλογές.

Η κυβέρνηση αλλά και οι δύο πρόεδροι θα είναι απολύτως ανακλητοί, αρκεί να μαζευτούν τρία εκατομμύρια υπογραφές πολιτών ή εφόσον 251 εθνοσυνελεύσεις αποφασίσουν την αντικατάστασή τους. Με υπογραφή μόλις 50 βουλευτών –με δική τους πρωτοβουλία ή με εντολή της λαοσύναξής τους- θα δύναται να συζητηθεί από τη βουλή μια πρόταση μομφής εναντίον των προέδρων ή των υπουργών. Σε θέση προέδρου ή αντιπροέδρου, κάποιος θα μπορεί να εκλεγεί για συνολικά δύο πενταετίες, εφόσον στο μεταξύ δεν υπάρξει εναντίον του δικαστική δίωξη για σοβαρά πολιτικά ή οικονομικά αδικήματα.

Οι βουλευτές θα συμμετέχουν υποχρεωτικά στον έλεγχο δημόσιων επιχειρήσεων και κοινωνικών δομών (παιδεία, υγεία, πρόνοια, άμυνα), για λογαριασμό της βουλής και των λαοσυνάξεων. Η συμμετοχή σε επιτροπές της βουλής δεν θα τους παρέχει επιπλέον μισθό απ’ αυτόν που κανονικά θα λαμβάνουν.

Δημοψηφίσματα για θέματα του κάθε δήμου θα μπορούν να προκηρυχθούν με τη συλλογή πέντε χιλιάδων υπογραφών πολιτών της αντίστοιχης λαοσύναξης. Εθνικά δημοψηφίσματα θα προκηρύσσονται με τη συλλογή ενός εκατομμυρίου υπογραφών Ελλήνων Πολιτών. Θα μπορούν φυσικά να προκηρυχθούν και από τη βουλή ή από την κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα είναι απολύτως δεσμευτικό, εφόσον η συμμετοχή ξεπερνάει το 50%.

Οι δεσμεύσεις των προέδρων και της κυβέρνησης, στην Ελληνική Πολιτεία θα είναι κυριολεκτικά δεσμεύσεις, μιας κι αυτή η λέξη έχει χάσει πλέον κάθε νόημα στον αιδήμονα κυνοβουλευτισμό (sic) που έχουμε γνωρίσει. Θα ιδρυθεί Συνταγματικό Δικαστήριο, καθήκον του οποίου, εκτός των άλλων, θα είναι να ελέγχει κατά πόσο οι πρόεδροι και η κυβέρνηση πράττουν σύμφωνα με τις προεκλογικές τους εξαγγελίες και τις προγραμματικές τους δεσμεύσεις στη βουλή, μετά την εκλογή τους.

Η δικαιοσύνη θα είναι πλήρως ανεξάρτητη. Οι δικαστές θα εκλέγονται από τις εθνοσυνελεύσεις. Στα κακουργιοδικεία θα υπάρχει υποχρεωτικά σώμα δώδεκα ενόρκων πολιτών, κατά το αμερικανικό πρότυπο. Οι ανώτεροι δικαστικοί θα κληρώνονται, ανάμεσα από τους απλούς δικαστές. Όποιος φανεί νομικά κι επαγγελματικά ανεπαρκής για έναν τέτοιο ρόλο, θα διώκεται πειθαρχικά και θα χάνει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι σε δικαστική θέση. Οι λεπτομέρειες κι οι ασφαλιστικές δικλείδες του συστήματος δικαιοσύνης, όπως και του υπόλοιπου πολιτικού συστήματος, θα καθοριστούν μέσα από εκτενή διάλογο, κατά τη διάρκεια της Μεταβατικής Κυβέρνησης.

Κανείς στην Ελληνική Πολιτεία δεν θ’ απολαμβάνει κανενός είδους προνόμιο, ούτε νομικής ασυλίας και τούτο ισχύει πρωτίστως για τους δημόσιους λειτουργούς. Είναι εντούτοις απαραίτητο οι βουλευτές κι οι υπουργοί, όπως και οι πρόεδροι, να καλύπτονται από κάποιο μανδύα νομικής προστασίας, ειδάλλως η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία δεν μπορούν να λειτουργήσουν, όταν για παράδειγμα κάθε πολίτης που θεωρεί ότι βλάπτονται τα συμφέροντά του από μια απόφαση της βουλής ή της κυβέρνησης, θα δύναται να στραφεί νομικά εναντίον των λειτουργών. Αυτός ήταν άλλωστε και ο πρωταρχικός λόγος για τον οποίο χορηγήθηκε η περίφημη «βουλευτική ασυλία».

Για να γεφυρωθεί διαλεκτικά αυτή η αντίφαση, προτείνουμε η βουλευτική ασυλία να διατηρηθεί στην Ελληνική Πολιτεία, όμως να εξαιρούνται ρητά και αυστηρά τα αδικήματα της εσχάτης προδοσίας, της παραποίησης πολιτεύματος, της απάτης, της υπεξαίρεσης, της διασπάθισης κι άλλες κακουργηματικού χαρακτήρα πολιτικές πράξεις, που θα αναγράφονται σαφώς στον νόμο. Σε περίπτωση που βουλευτής, υπουργός ή πρόεδρος κατηγορηθούν από τις εισαγγελικές αρχές για οποιοδήποτε απ’ αυτά τ’ αδικήματα, η ασυλία θα καταπίπτει αυτόματα και δεν θα έγκειται στην κρίση της βουλής.

Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η βασική θέσμιση της Ελληνικής Πολιτείας. Το παραπάνω μοντέλο δεν πρόκειται για κάποια παράδοξη ουτοπία ή για έναν ιδεαλιστικό ευσεβή πόθο, αλλά για ένα λειτουργικό πρότυπο που διακρίνεται από απλότητα στον σχεδιασμό και στη δομή, έτσι που η εφαρμογή του καθίσταται απολύτως εφικτή.

Γιατί θεμέλιο της πολιτικής οργάνωσης, σύμφυτη με την πολιτική παράδοση και το χαρακτήρα των Ελλήνων, είναι η κοινότητα, στη περίπτωσή μας η λαοσύναξη. Όπως σημειώνει και ο Ι. Δραγούμης: «ο ελληνισμός είναι μια οικογένεια από κοινότητες. Το έθνος μας ολάκερο πάλι με κοινότητες πρέπει να κυβερνηθεί και μόνο με κοινότητες θα προκόψει.»

Η δομή του πολιτειακού αυτού προτύπου είναι σχεδιασμένη ώστε να βοηθάει στην αποκέντρωση της διοίκησης και στην περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας. Το υδροκέφαλο αθηνοκεντρικό κράτος θα καταστεί πλέον παρελθόν. Ο σχεδιασμός της Ελληνικής Πολιτείας στοχεύει στη δημιουργία ενός κράτους μικρού, αποδοτικού κι ευέλικτου, με πολύ μικρότερο κόστος λειτουργίας από τον σημερινό «δεινόσαυρο», ενώ θα παρέχει ολοκληρωμένες και σύγχρονες κοινωνικές υπηρεσίες.

Πρόκειται για ένα πολιτικό σύστημα απαλλαγμένο από την ανάγκη κομμάτων και οργανωμένων ομάδων συμφερόντων, που αποτελούν καρκίνωμα στο υπάρχον παράδειγμα κι έχουν πλήρως απαξιωθεί στη λαϊκή συνείδηση. Βέβαια, στο επίπεδο των λαοσυνάξεων, είναι φυσικό να υπάρχουν ιδεολογικές ή άλλες κοινωνικές ομαδοποιήσεις. Ωστόσο αυτές δεν θα χαίρουν κάποιας επίσημης αναγνώρισης, δεν θα είναι δηλαδή τίποτα περισσότερο από απλοί σύλλογοι πολιτών και δεν θα χρηματοδοτούνται απ’ το δημόσιο, ούτε θα κατέχουν κάποιον θεσμικό ρόλο.

Η εκλογή δεν συναρτάται με την περιουσιακή κατάσταση, ούτε απαιτείται κάποιου είδους χορηγός. Στην Ελληνική Πολιτεία δεν χωρά γενικότερα η διαφθορά, καθώς όλοι δύνανται να ελέγχουν τους πάντες, ενώ κανείς δεν μπορεί να συγκεντρώσει αρκετή δύναμη ώστε να καταχραστεί τους θεσμούς ή να διαφύγει του ελέγχου.

Το σημαντικότερο είναι ότι σε μια κοινωνία ελεύθερων πολιτών, ο καθένας θα είναι σε θέση να σκεφτεί διαφορετικά από τους κοινωνικούς θεσμούς και ν’ αμφισβητήσει τις συμβάσεις. Κάθε άτομο, κοινωνική ομάδα ή πολιτική κίνηση θα μπορούν να θέσουν ανά πάσα στιγμή ερωτήματα, κατά πόσο η τρέχουσα θέσμιση της κοινωνίας είναι δίκαιη, αν η ισονομία στα πλαίσια της Ελληνικής Πολιτείας είναι αληθινή. Και θα δύναται να ξεκινήσει ανεμπόδιστα τον διάλογο μέσα στη λαοσύναξη, επιχειρώντας να μετασχηματίσει δημοκρατικά την κοινωνία και το πολίτευμα. Είναι πολλές οι δυνατότητες που έχει ο κάθε πολίτης, να διατυπώνει και ως ένα βαθμό να επιβάλλει τη γνώμη του.

Με αυτόν τον τρόπο η Πολιτεία έχει ενσωματωμένο μέσα της τον μηχανισμό της διαρκούς εξέλιξης και δεν μπορεί να καταλήξει σε ουτοπικές ή δυστοπικές ατραπούς, μια κοινωνία ζωντανή κι συνεξελισσόμενη με τις συνθήκες των καιρών, οι οποίες διαρκώς μεταβάλλονται. Η Δημοκρατία δεν αποτελεί πια προνόμιο λίγων «ειδικών» ή «εκλεκτών», αλλά μια ρητή, συνεχή και ανοικτή αυτοθέσμιση.

Βέβαια πολλοί είναι πιθανό να διαφωνήσουν με την εκλογή δημόσιων λειτουργών μέσω κλήρωσης. Τα επιχειρήματα σ’ αυτήν την περίπτωση στηρίζονται στην αντίληψη ότι ο απλός άνθρωπος δεν έχει, τουλάχιστον σήμερα, επαρκή παιδεία ώστε να αναλάβει κατά τύχη τόσο σημαντικό έργο, όπως του βουλευτή ή του δήμαρχου.

Πάνω σ’ αυτό το θέμα, ο Καστοριάδης τονίζει –και δίκαια- τον παιδευτικό χαρακτήρα που έχει η συμμετοχή στη δημόσια ζωή. Κανένα σχολείο και καμιά εκπαίδευση δεν μπορεί να προσφέρει την ανεκτίμητη εμπειρία του συζητάν δημόσια, του αποφασίζειν για όλα τα θέματα της Πόλεως, του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, και γιατί όχι, του υφίστασθαι τις συνέπειες των τυχόν λάθος αποφάσεών σου. Έτσι ωριμάζει ο λαός, έτσι αποφεύγει μελλοντικά λάθη, έτσι προστατεύει τον εαυτό του από μελλοντικούς δικτάτορες και εξουσιαστές.

Το ενδιαφέρον για την πολιτική και ο πολιτικός στοχασμός, εκλείπουν όταν η διακυβέρνηση ανατίθεται σε κάποια ελίτ «ειδικών». Άρα η ίδια η δημοκρατία, παρακινεί το ενδιαφέρον και τροφοδοτεί συνεχώς τον πολιτικό στοχασμό, αφού ο κάθε πολίτης νιώθει ότι η σκέψη και η γνώμη του μετράει στη θέσμιση της Πολιτείας και στην κοινωνική καθημερινότητα.

Με τον ίδιο τρόπο θα αναπτυχθεί άμεσα φορολογική και γενικότερη κοινωνική συνείδηση. Όταν ο πολίτης νιώθει ότι τα χρήματα των φόρων του χρησιμοποιούνται με τρόπο χρηστό και το αποτέλεσμά τους επιστρέφει σ’ αυτόν ως «κοινωνικός μισθός», τότε όχι μόνο δεν φοροδιαφεύγει, αλλά γίνεται ο ίδιος φύλακας της φοροδιαφυγής, την οποία καταγγέλλει μόλις την αντιληφθεί.

Το ίδιο ισχύει και για άλλες αντικοινωνικές συμπεριφορές, από το παρκάρισμα στις διαβάσεις αναπήρων, μέχρι την ανεξέλεγκτη απόρριψη σκουπιδιών. Ο πολίτης δεν θα νιώθει το κράτος ως εχθρό του, όπως μέχρι σήμερα το γνωρίζει, αλλά θα θεωρεί τον εαυτό του ενεργό κι υπεύθυνο μέλος της Πολιτείας, οπότε θα εννοεί την καταγγελία ως καθήκον κι όχι ως «ρουφιάνεμα», όπως το βλέπει σήμερα. Η αλλαγή της σχέσης της Πολιτείας με τον πολίτη, θα έχει δηλαδή από μόνη της σωρευτικά κι αλυσιδωτά θετικά αποτελέσματα στην κοινωνική λειτουργικότητα.

Σχετικά με το ερώτημα κατά πόσον θα μπορούν τυχαίοι απλοί πολίτες να ελέγχουν αποτελεσματικά τα πεπραγμένα της διοίκησης, από τη θέση του βουλευτή, η απάντηση είναι ότι η δημόσια διοίκηση και οι κρατικές επιχειρήσεις θα είναι με τέτοιο τρόπο δομημένες, απλά και ορθολογικά, ώστε για τον έλεγχό τους ν’ αρκεί η κοινή λογική, που διαθέτει κι εξασκεί καθημερινά ο απλός άνθρωπος για να φέρει σε πέρας τα του οίκου του.

Η Ελληνική Πολιτεία είναι σχεδιασμένη για ν’ απελευθερώσει τις ανεξάντλητες δυνάμεις που κρύβει η συλλογική διάνοια, εμπιστεύεται για τη λύση των προβλημάτων της, τόσο τη γνώση των τεχνοκρατών, όσο και την εμπειρική σοφία του μέσου πολίτη.

Από την άλλη πλευρά, αξίζει να σημειώσουμε ότι το ίδιο ακριβώς σύστημα θα μπορούσε να λειτουργήσει, με εξίσου καλά αποτελέσματα, ακόμα κι αν περισσότεροι δημόσιοι λειτουργοί γίνουν αιρετοί. Για παράδειγμα οι δήμαρχοι, οι νομάρχες (αν υπάρχουν) κι οι βουλευτές, θα μπορούσαν να εκλέγονται αντί να κληρώνονται, χωρίς το πρότυπο να διαφθαρεί. Τούτο είναι ένα θέμα που θα κληθεί ν’ αντιμετωπίσει η Συντακτική Εθνοσυνέλευση και δεν είναι της παρούσης.



Παραγωγικό πρότυπο – Οικονομία



Μια αυτόνομη χώρα μπορεί να υπάρξει μόνο εάν διαθέτει μια ανεξάρτητη και παραγωγική οικονομία, σχεδιασμένη για να καλύπτει τις ανάγκες του λαού της.

Η κλασική μαρξιστική θεώρηση αιτείται την κατοχή των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη και ο Κοινωνισμός δεν διαφωνεί κατ’ αρχήν με αυτό. Πράγματι, θεωρούμε ότι τα μέσα παραγωγής θα πρέπει να ελέγχονται από την Λειτουργική Τάξη της χώρας. Όμως τι ακριβώς σημαίνει αυτό και υπό ποιες συνθήκες μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη, μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα;

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελληνική Πολιτεία θα κληθεί να λειτουργήσει μέσα σ’ ένα παγκόσμιο καπιταλιστικό περιβάλλον και ν’ ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις χώρες με ανεπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία. Ένα τέτοιο έργο στις σημερινές συνθήκες αποτελεί μια τεράστια πρόκληση, στην οποία είμαστε υποχρεωμένοι ν’ ανταποκριθούμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Αν λάβουμε υπόψη την εμπειρία που μας χάρισε το εφαρμοσμένο μοντέλο του Υπαρκτού Σοσιαλισμού του προηγούμενου αιώνα, μπορούμε να διδαχτούμε πολλά για το σήμερα. Το αίτημα για κατοχή των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη μεταφράστηκε σ’ ένα συγκεντρωτικό ντετερμινιστικό μοντέλο, που ζητούσε τον αποκλειστικό έλεγχο κάθε μορφής οικονομικής δραστηριότητας, από την μαζική βιομηχανική παραγωγή, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια της αγοράς.

Όμως στην πραγματικότητα η οικονομία μιας χώρας και η αλληλεπίδρασή της με το διεθνές περιβάλλον, είναι μια διαδικασία χαοτική, με την έννοια ότι περιλαμβάνει έναν τεράστιο αριθμό παραμέτρων, τις οποίες φυσικά δεν υπάρχει καμμία κυβέρνηση –οσοδήποτε σοφή, εμπνευσμένη και καλά οργανωμένη κι αν είναι- που να μπορεί να τις προβλέψει και να τις διαχειριστεί με στοιχειώδη επάρκεια.

Έτσι, η απαίτηση να ρυθμίζεται κεντρικά από το κράτος κάθε πτυχή της αγοράς, ακόμα και τι ώρα ή σε ποια ποσότητα θα παραχθεί το ψωμί σε οποιαδήποτε γωνιά της χώρας, εισάγει στο σύστημα τεράστια ποσά εντροπίας, που δεν είναι επ’ ουδενί διαχειρίσιμα. Ένα τέτοιο σύστημα είναι θνησιγενές και πάσχει από δυσκαμψία, ενώ απαιτεί μια τερατώδη γραφειοκρατία ώστε να λειτουργήσει, μέχρι μοιραία να καταρρεύσει.

Αυτός, σε συνδυασμό με την έλλειψη δημοκρατίας, είναι κατά τη δική μας ανάλυση ο κυριότερος λόγος για τον οποίο ο Υπαρκτός Σοσιαλισμός ηττήθηκε κατά κράτος στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, ανοίγοντας διάπλατα τον δρόμο στον αχαλίνωτο Νεοφιλελευθερισμό.

Σε τελική ανάλυση, αμφισβητείται έντονα κατά πόσον το πυραμιδοειδές άκαμπτο μοντέλο διοίκησης που δοκιμάστηκε, υπηρετούσε το βασικό πρόταγμα της κατοχής των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη. Στην πράξη αυτά είχαν περιέλθει στον δικαιωματικό έλεγχο μιας κομματικής ελίτ, που ταυτόχρονα ήλεγχε κάθε πτυχή της κοινωνικής δραστηριότητας, πέρα από την οικονομική.

Από αυτήν την άποψη, το καπιταλιστικό σύστημα αποδείχτηκε πολύ πιο ευέλικτο και προσαρμοστικό στις πραγματικές συνθήκες, γι’ αυτό και βγήκε νικητής, παρά τις εγγενείς του αντιθέσεις και την τυφλή του αρπακτικότητα. Θα ήτανε λοιπόν καλό να διδαχτούμε ορισμένα πράγματα από αυτό, ιδιαίτερα εφόσον θα είμαστε αναγκασμένοι να το ανταγωνιστούμε.

Εδώ φτάνουμε στην πολύπαθη έννοια της Ελεύθερης Αγοράς. Έχει ειπωθεί πάρα πολλές φορές, ότι η ελεύθερη αγορά έχει την ικανότητα να αυτορυθμίζεται, πράγμα που στην πράξη δεν αποδείχτηκε αληθές. Όμως ας εστιάσουμε την κριτική μας ματιά λίγο βαθύτερα σ’ αυτό το ζήτημα.

Στην πραγματικότητα η αγορά αποτελεί μια πολύπλοκη ανθρώπινη δραστηριότητα, ένα πολλαπλά διασυνδεόμενο χαοτικό υπερσύστημα, εντός του οποίου ισχύουν οι ίδιοι νόμοι και περιορισμοί που διαπνέουν όλα τ’ ανάλογα συστήματα: κοινωνίες, οικοσυστήματα, ακόμα και περίπλοκους οργανισμούς όπως ο ίδιος ο άνθρωπος.

Πράγματι, τέτοιου είδους συστήματα διαθέτουν εγγενώς την ικανότητα να αυτορυθμίζονται, ωστόσο μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Για να συμβεί αυτό, η αγορά θα πρέπει να καταμεριστεί σε μεγάλο αριθμό παικτών, εκ των οποίων κανένας δεν θα μπορεί να κυριαρχήσει πλήρως επί των υπόλοιπων, ούτε θα μπορούν κάποιοι λίγοι να συμφωνήσουν υπόγεια, ώστε να την ελέγξουν. Ο κλασικός καπιταλισμός θεωρεί μέγιστο κακό τη δημιουργία μονοπωλίων ή ολιγοπωλίων. Αυτά στη θεωρία.

Στην πραγματικότητα η έννοια της ελεύθερης αγοράς, ακριβώς επειδή διαθέτει ένα ποσοστό αλήθειας στη βασική της σύλληψη, έχει χρησιμοποιηθεί δολίως, ως δούρειος ίππος, ώστε να δικαιολογήσει την έκρυθμη επιβολή του ανεξέλεγκτου κεφαλαίου σε όλο τον πλανήτη. Ουσιαστικά η παγκόσμια αγορά μόνο ελεύθερη δεν είναι.

Ενώ ο Νεοφιλελευθερισμός καταγγέλλει σθεναρά κάθε προσπάθεια ελέγχου του κεφαλαίου από τα κράτη, στην πράξη έχει συστήσει πανίσχυρους υπερεθνικούς οργανισμούς που κανοναρχούν τα κράτη και τις παγκόσμιες αγορές, όπως το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ κ.λπ., και δείχνει συνεχώς τάσεις προς τη συσσώρευση, έτσι που ελάχιστες εταιρείες ελέγχουν σε συντριπτικό βαθμό την παγκόσμια οικονομία κι οι τράπεζες έχουν καταστεί «too big to fail», αξιώνοντας από τους λαούς να πληρώνουν τις ζημιές τους, ενώ δεν συμμετέχουν στα κέρδη τους.

Σε τελική ανάλυση, κάθε φυσικό ή ανθρωπογενές χαοτικό σύστημα έχει τους ενδογενείς και τους εξωτερικούς του περιορισμούς και μόνο υπό αυτές τις συνθήκες κατά τ’ άλλα αυτορυθμίζεται.

Η διαλεκτική σύνθεση των παραπάνω, καταλήγει στα εξής: το κράτος υπηρετεί τη Λειτουργική Τάξη και μόνο αυτή, όπως δείξαμε προηγουμένως, κατά την ανάπτυξη του προτύπου της Ελληνικής Πολιτείας. Υπ’ αυτήν την έννοια, ό,τι ανήκει στο κράτος ανήκει αυτομάτως στη Λειτουργική Τάξη, δηλαδή στον λαό.

Στην Ελληνική Πολιτεία ανήκουν αποκλειστικά οι φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, ορυκτός πλούτος, νερά, φυσικά οικοσυστήματα, αλλά και τα ενεργειακά δίκτυα κ.λπ. τα οποία έχουν πληρωθεί από γενιές ολόκληρες Ελλήνων. Η Πολιτεία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα διαχείρισης κι εκμετάλλευσης αυτών των πόρων. Θα δίνεται η δυνατότητα σύμπραξης με άλλα κράτη ή με ιδιωτικές εταιρείες, υπό την αυστηρή προϋπόθεση (που θα προτείνουμε να συμπεριληφθεί στο νέο Σύνταγμα) ότι η Πολιτεία δεν θα μπορεί να διαθέτει ποσοστό μικρότερο του 51%.

Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην ενεργειακή αυτονομία της χώρας, αξιοποιώντας όλες τις εναλλακτικές ενεργειακές πηγές, με σεβασμό στο περιβάλλον και δίχως τη φαραωνική αποικιοκρατική αντίληψη που χαρακτηρίζει τη δήθεν πράσινη ανάπτυξη, όπως την έχουμε μάθει μέσα στα νεοφιλελεύθερα πλαίσια.

Η υπόλοιπη οικονομική δραστηριότητα θα είναι ελεύθερη, ωστόσο η Ελληνική Πολιτεία διατηρεί το δικαίωμα να θέτει τους απαιτούμενους περιορισμούς και τις απαραίτητες προϋποθέσεις (εργατικό δίκαιο, περιβαλλοντικούς όρους, φορολογία κ.λπ.), ώστε η αγορά να λειτουργεί ομαλά και να διατηρούνται οι συνθήκες αυτορρύθμισης της. Προς αυτήν την κατεύθυνση θα ενθαρρυνθεί ιδιαίτερα η μικρομεσαία ή μεγαλομεσαία οικονομική δραστηριότητα, έτσι ώστε η αγορά να καταμερίζεται στην πράξη σε μεγάλο αριθμό παικτών.

Η Πολιτεία, προκειμένου να εκμεταλλευτεί τους πόρους που της ανήκουν αποκλειστικά, θα ιδρύει εταιρείες ιδιωτικού δικαίου. Αυτές θα τις διαχειρίζονται διοικήσεις, οι οποίες θα επιλέγονται μετά από ανοικτό διαγωνισμό. Η Πολιτεία, μέσω της βουλής ή τοπικά των λαοσυνάξεων, θα ελέγχει τα πεπραγμένα της εταιρείας, θ’ αποτιμά τα κέρδη και το εν γένει έργο της διοίκησης και θα θέτει τους στόχους για την επόμενη χρονιά, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη και τις δεδομένες συνθήκες των καιρών. Έτσι εγγυάται τον κοινωνικό έλεγχο, σε συνδυασμό με την ανάγκη βιώσιμης ανάπτυξης.

Ο σύλλογος των εργαζομένων θα διαθέτει ποσοστό 15% των μετοχών (που δεν θα μπορεί να πουλήσει ή να παίξει στο χρηματιστήριο), έτσι θα συμμετέχει στα κέρδη της εταιρείας, αλλά και στις πιθανές της ζημιές.

Δεν έχουμε σκοπό να επαναλάβουμε λάθη του παρελθόντος, που μας έχουν κοστίσει πολύ ακριβά. Σε περίπτωση που μια διοίκηση φανεί ανίκανη ή διεφθαρμένη, θα αντικαθίσταται και τα μέλη της θα υφίστανται τις ποινικές συνέπειες. Εφόσον φανεί όμως ότι η ίδια η επιχείρηση δεν είναι βιώσιμη και προκαλεί συστηματικά ζημίες στον ελληνικό λαό, τότε η εταιρεία θα κλείνει ή θα αναδομείται ριζικά.

Δεν θέλουμε εργατοπατέρες, ούτε τη σημερινή δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία στην παραγωγική διαδικασία. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, θα εφαρμοστεί το ίδιο μέτρο και σε μεγάλες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα που θα λειτουργούν στη χώρα, εφόσον ξεπερνάνε κάποιο ποσό τζίρου.

Η κατοχή από τους εργαζόμενους μέρους του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, μπορεί ν’ ακούγεται εκ πρώτης όψεως ως προσπάθεια επιβολής πάνω στην ιδιωτική περιουσία. Στην πραγματικότητα όμως, διασφαλίζει τον ιδιοκτήτη από παράλογες διεκδικήσεις από πλευράς των εργαζομένων, από σαμποτάζ, καταστροφικές απεργίες κ.λπ., καθώς τους καθιστά συνυπεύθυνους για την επιβίωση της εταιρείας. Από την άλλη πλευρά διασφαλίζει στους εργαζόμενους ένα δίκαιο μερίδιο απ’ την υπεραξία που παράγουν. Φυσικά οι σύλλογοι εργαζομένων θα λειτουργούν βάσει του αμεσοδημοκρατικού προτύπου της Ελληνικής Πολιτείας και δεν θα υπάρχει ο νοσηρός εργατοπατερικός συνδικαλισμός που γνωρίσαμε ως τα σήμερα.

Ως προς τον σκληρό πυρήνα του δημόσιου τομέα, που όπως είπαμε θα είναι όσο το δυνατόν μικρότερος και λιγότερο κοστοβόρος απ’ ό,τι μέχρι σήμερα, λόγω του αποκεντρωμένου μοντέλου διοίκησης, θα πάψει να ισχύει το εξευτελιστικό μέτρο της μονιμότητας.

Πράγματι, η ιδέα της μονιμότητας στο δημόσιο, προέρχεται από τις απαρχές του άθλιου κομματικού πολιτικού συστήματος των Κοτζαμπάσηδων, αφού καθένας που ερχότανε στην εξουσία, απέλυε απ’ το δημόσιο όποιον δεν του ήταν αρεστός. Έτσι κάποια στιγμή νομοθετήθηκε η μονιμότητα, ώστε να προστατευτούν οι εργαζόμενοι από αυτό το αίσχος. Είχε όμως πολλές παρενέργειες κάτι τέτοιο, τις οποίες όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε.

Όπως προκύπτει από την περιγραφή του μοντέλου της Ελληνικής Πολιτείας, η δημόσια διοίκηση υποχρεωτικά θα δομηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε το σύστημα να λειτουργεί ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που βρίσκονται στη βουλή ή στην κυβέρνηση. Έτσι κι αλλιώς δεν θα υπάρχουν πλέον κόμματα, να ευνοούν τους δικούς τους.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η μονιμότητα δεν έχει πια να προσφέρει τίποτα θετικό, ενώ διατηρεί στο ακέραιο όλα της τ’ αρνητικά. Εμείς θέλουμε πλήρη και αποκλειστική εργασία για όλους τους Έλληνες, με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Τούτο θα ισχύσει τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Κανείς δεν θα διαθέτει προνόμια στην Ελληνική Πολιτεία.

Μιλώντας για τον ιδιωτικό τομέα, θα λέγαμε ότι πρόκειται για το μεγάλο πρόβλημα της χώρας τούτη την ώρα. Οι σχεδόν τέσσερις δεκαετίες κατά τις οποίες η ελληνική παραγωγική δραστηριότητα βρέθηκε υπό την κυριαρχία της ΕΟΚ-ΕΕ, την οδήγησε σε απαξίωση και σχεδόν πλήρη αφανισμό. Έχει γίνει κοινός τόπος πια, ότι «η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα». Τούτο μπορεί να μην είναι απόλυτα ακριβές, ωστόσο πλησιάζει επικίνδυνα στην πραγματικότητα.

Για να γίνει αυτόνομη κι ελεύθερη η χώρα, έχει ανάγκη πάνω απ’ όλα από μια σοβαρή και στοχευμένη ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση, με γνώμονα την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω». Η Μεταβατική Κυβέρνηση θα πρέπει να φέρει εις πέρας αυτό το έργο, που δεν θα σταματήσει ποτέ να εξελίσσεται, στα πλαίσια της Ελληνικής Πολιτείας.

Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση θα ξεπεραστεί, μόνο εάν η χώρα ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, τη δημιουργική ψυχή-στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, εφόσον δηλαδή ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τ’ αδιέξοδα και ν’ ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία.

Είναι ή ώρα, στα πλαίσια της επώδυνης κοσμογονίας που καταστρέφει και γεννά παράλληλα, η μικρή αλλά πλούσια σε ποιότητες και μοναδικότητες Ελλάδα, μ’ ένα μεστό τεχνικό πολιτισμό, μ’ έναν λαό πολυμήχανο, ανθεκτικό αλλά παροπλισμένο και σε πλήρη σύγχυση, να διεκδικήσει ένα δικό της παρόν και μέλλον.

Φυσικά θα πρέπει να γίνει πάρα πολλή και συντεταγμένη δουλειά, πάνω στις λεπτομέρειες αυτού του εγχειρήματος. Το βασικό παραγωγικό πρότυπο ωστόσο, πάνω στο οποίο θα στηριχθεί, είναι συνοπτικά το εξής:

Ως προς τον πρωτογενή τομέα κι ιδιαίτερα την αγροτική παραγωγή, η αρχική μας επιδίωξη θα είναι να εξασφαλίσουμε την εσωτερική διατροφική επάρκεια, πράγμα το οποίο ευτυχώς δεν είναι και τόσο δύσκολο στην πραγματικότητα. Έμφαση θα δοθεί στην εκ νέου επαναφορά της ελληνικής συνεταιριστικής παράδοσης, που βοήθησε παραδοσιακά την ευημερία των Ελλήνων, ακόμα και μέσα στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Η κυβέρνηση θα παρέχει τεχνογνωσία και κάθε δυνατή βοήθεια και κίνητρο, ώστε η αγροτιά της χώρας να πάρει και πάλι συλλογικά τη ζωή της στα χέρια της, δίχως αγροτοπατέρες και με βάση την πικρή εμπειρία των κομματικών συνεταιρισμών που δυσφήμισαν την ίδια την συνεταιριστική ιδέα. Δεν θα επιτρέψει κανείς να επαναληφθούν τα ίδια τραγικά λάθη που μας έφεραν στην καταστροφή.

Στην επόμενη φάση θα δοθεί ιδιαίτερο βάρος προς την κατεύθυνση της αγροτικής παραγωγής υψηλής υπεραξίας, με εξαγωγικό προσανατολισμό. Η Ελλάδα θα γίνει γνωστή παγκοσμίως για τα διατροφικά προϊόντα υψηλής ποιότητας –λάδι, μέλι, κρασί, κρέας, τυριά, γιαούρτι κ.ά.- και θα δοθεί έμφαση στα βιολογικά προϊόντα. Θα απαγορευτεί σε όλη τη χώρα η χρήση διαγονιδιακών ειδών (τα κοινώς λεγόμενα «μεταλλαγμένα») και η Ελλάδα θα κηρυχθεί ελεύθερη ζώνη.

Τέλος θα διερευνηθεί και η πολλά υποσχόμενη και δυναμική οικονομικά καλλιέργεια της κάνναβης, για βιομηχανικούς, ιατρικούς και ψυχαγωγικούς σκοπούς. Η τεράστια ώθηση που θα δώσει κάτι τέτοιο στον ελληνικό τουρισμό και στη μεταποιητική βιομηχανία, αποτελεί ιδιαίτερα δελεαστική ιδέα για μια κοινωνία ανοικτόμυαλη και παραγωγική, ώστε να την αγνοήσει κανείς.

Ως προς τον μεταλλευτικό τομέα, η εκμετάλλευσή του θα γίνει όπως είπαμε από κρατικές εταιρείες ιδιωτικού δικαίου, με έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος και της φυσικής καλλονής της χώρας, αλλά κυρίως με διασύνδεση με τη μεταποιητική βιομηχανία, ώστε να παράγεται τελικά υψηλή υπεραξία από τα προϊόντα της εξόρυξης και να καλύπτεται το κόστος αποκατάστασης του περιβάλλοντος, όπου αυτό χρειάζεται.

Στον δευτερογενή τομέα, στόχος μας είναι η ανάπτυξη ελαφριάς βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας, με προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Θα αξιοποιηθεί η ανεξάντλητη επινοητικότητα των Ελλήνων, η οποία μέχρι σήμερα βρήκε μπροστά της το ελλαδικό κράτος ως απηνή εχθρό, σε μια διαδικασία εμπνευσμένης σύνθεσης της πιο σύγχρονης και ήπιας κατασκευαστικής τεχνολογίας με την πιο έγκυρη πολύτιμη μαστορική παράδοση.

Μελετούμε την έξυπνη διασύνδεση και συνέργεια πολλών μικρών αποκεντρωμένων επιχειρήσεων, τεράστιας συλλογικής ισχύος, με αρετές βιωσιμότητας, ανταγωνιστικότητας, ευελιξίας και ευστάθειας, που γεννούν πράγματα τα οποία άλλοτε ήταν ανέφικτα κι ανεφάρμοστα.

Με καθαρό μυαλό και ψυχή, εστιάζοντας σε απλές αλήθειες γύρω μας, σχεδιάζουμε να υπερβούμε την παραγωγή φαντασιώσεων και να περάσουμε στην παραγωγή πραγματικών αξιών.

Μεγάλη έμφαση θα δοθεί στη δημιουργία start up εταιρειών, κατά το πολύ επιτυχημένο μοντέλο της Νέας Ζηλανδίας, αφού φυσικά το μελετήσουμε σε βάθος και το προσαρμόσουμε στα δικά μας μέτρα και ανάγκες.

Στα πλαίσια αυτά, εξυπακούεται ότι θα δοθεί μεγάλη έμφαση στην έρευνα και κίνητρα στους νέους επιστήμονες-ερευνητές να ιδρύσουν τις δικές τους παραγωγικές μονάδες, με τη συμπαράσταση της Ελληνικής Πολιτείας. Θα συνεργαστούμε με τα ερευνητικά ιδρύματα της χώρας (και θα επαναφέρουμε όσα τυχόν κλείσουν κατά τα χρόνια της κατοχής), ώστε αυτά να αναβαθμιστούν το μέγιστο και να συμβάλουν δυναμικά στην ανάπτυξη της νέας ελληνικής οικονομίας.

Τέλος, σε περίπτωση που κάποια παραγωγική μονάδα του ιδιωτικού τομέα εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες της, θα δίνεται η δυνατότητα στους εργαζόμενους να την αναλάβουν αυτοί, με την χορήγηση κατάλληλων πιστώσεων για επανέναρξη της λειτουργίας.

Ωστόσο θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι θα καταρτιστούν ασφαλιστικές δικλείδες, που θ’ αποκλείουν το σαμποτάζ από τους εργαζόμενους, προκειμένου να διώξουν τον ιδιοκτήτη και να πάρουν το εργοστάσιο. Επίσης, σε περίπτωση που το εργοστάσιο δεν καταφέρει να γίνει κερδοφόρο ούτε υπό την εργατική διοίκηση, τότε δεν θα υπάρχει άλλη πίστωση, ούτε τρίτη ευκαιρία. Το εργοστάσιο θα κλείνει και η περιουσία του θα περιέρχεται προς εκποίηση στο ελληνικό δημόσιο.

Για τον τριτογενή τομέα, των υπηρεσιών, πιστεύουμε ότι η συνεισφορά του στην ελληνική οικονομία θα πρέπει να περιοριστεί, σε σχέση με τους δύο βασικούς παραγωγικούς τομείς. Το σαθρό ελλαδικό μοντέλο της κατάρρευσης, υπό την αιγίδα πάντοτε της Ευρωκρατορίας, έφερε τη συντριπτική πλειοψηφία του οικονομικά ενεργού πληθυσμού να εργάζεται στον τριτογενή και το 82% περίπου του ΑΕΠ να παράγεται απ’ αυτόν.

Φυσικά δεν ξεχνάμε ότι σ’ αυτόν τον τομέα ανήκει και ο τουρισμός, η λεγόμενη «βαριά βιομηχανία» της χώρας. Το όραμά μας για τον τουρισμό είναι η χώρα να παρέχει αναβαθμισμένες και υψηλής ποιότητας τουριστικές υπηρεσίες με σκοπό την προσέλκυση τουρισμού με υψηλότερα βαλάντια. Ωστόσο το αποικιοκρατικό σύστημα του all inclusive δεν είναι επιθυμητό, καθώς μόνο τουριστική ανάπτυξη δεν προκαλεί, αντίθετα απομυζεί τις ελληνικές τουριστικές καλλονές, προς όφελος ξένων συμφερόντων.

Στόχος μας είναι να αναδείξουμε όλες τις εναλλακτικές μορφές τουρισμού –οικοτουρισμό, διατροφικό τουρισμό, θρησκευτικό τουρισμό κ.ά- ώστε να υπάρχει ροή τουριστικού συναλλάγματος καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, όχι μόνο τέσσερις με έξι μήνες, όπως συμβαίνει σήμερα. Η συνεταιριστική λογική θα φανεί χρήσιμη και σε τούτη την περίπτωση, ιδιαίτερα σε περιοχές τεράστιου φυσικού κάλλους, που όμως δεν διαθέτουν μέχρι σήμερα την απαιτούμενη προβολή.

Όλα τα παραπάνω, θα συνδυαστούν με ένα επενδυτικό κλίμα φιλικό προς την υγιή επιχειρηματικότητα (τονίζουμε το «υγιή»), με ελαχιστοποίηση της γραφειοκρατίας και με ένα φορολογικό σύστημα δίκαιο, σταθερό και πάνω απ’ όλα απλό.

Για παράδειγμα, θα σταματήσει να υπολογίζεται ΦΠΑ σε κάθε βήμα της παραγωγής και θα επιβάλλεται μόνο στο τελευταίο στάδιο, της λιανικής πώλησης.

Με κινήσεις όπως αυτή, αλλά και με πολλές άλλες, η χώρα θα γίνει μαγνήτης σοβαρών επενδύσεων, ενώ θα γίνει εφιάλτης κάθε λογής αρπακτικών, υπεράκτιων εταιρειών και κερδοσκόπων, οι οποίοι δεν θα περνάνε ούτε έξω από τα σύνορά μας, δια παν ενδεχόμενο.

Θα καταλήξουμε μιλώντας για την διανομή των εισοδημάτων. Όπως απέδειξε ο Άγγλος ερευνητής Ρίτσαρντ Γουίλκινσον, οι μεγάλες ανισότητες σε μια κοινωνία προκαλούν άμεσα κάθε λογής παθογένεια μέσα στα πλαίσια αυτής (http://www.nostimonimar.gr/i-kinoniki-pathologia-tis-ikonomikis-anisotitas-by-otto/ ). Ακόμα και η αδιαφορία για τη συμμετοχή στα κοινά, όπως και η εμπιστοσύνη που δείχνει ο κάθε πολίτης στους γύρω του, επηρεάζονται ισχυρά από την όξυνση των οικονομικών ανισοτήτων.

Από την άλλη πλευρά, η πλήρης εξίσωση έχει κι αυτή τις σκοτεινές της πλευρές. Στην πραγματικότητα αφαιρεί το κίνητρο και τη δημιουργικότητα, ώστε ο καθένας να οραματιστεί και να πετύχει κάτι καλύτερο απ’ αυτό που ήδη έχει. Γιατί άλλωστε να προσπαθήσει κανείς, όταν έτσι κι αλλιώς θα πάρει στο τέλος το ίδιο μ’ εκείνον που δεν προσπαθεί;

Ο Κοινωνισμός θεωρεί ότι και σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να γίνει διαλεκτική σύνθεση των δύο αυτών αληθών παρατηρήσεων. Πιστεύουμε ότι η λύση σ’ αυτό το ζήτημα είναι να τεθεί όριο στη φτώχεια, όπως και στον πλούτο. Μια καλή διανομή, όπως εμφανίζεται στις σκανδιναβικές χώρες και στην Ιαπωνία, είναι όταν το ανώτερο οικονομικά 20% των πολιτών διαθέτει περίπου τρεις με τέσσερις φορές μεγαλύτερο εισόδημα απ’ το κατώτερο 20%. Τούτο θα γίνει εφικτό με βάση το σκανδιναβικό μοντέλο, δηλαδή αναδιανομή μέσω της φορολογίας και του κοινωνικού κράτους.

Αν και γενική μας αρχή είναι ότι όποιος δουλεύει πρέπει να πληρώνεται, κι όποιος πληρώνεται θα πρέπει να δουλεύει, εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα εξαίρεση: το κατώτερο εγγυημένο εισόδημα. Πιστεύουμε ότι αυτό θα έχει πολλαπλά οφέλη στην κοινωνία, ιδιαίτερα στο πεδίο της κοινωνικής συνοχής, θα βοηθήσει να ρυθμιστεί ορθολογικά η αγορά εργασίας, να αυξηθεί η καταναλωτική ζήτηση και θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη των τεχνών και των γραμμάτων, την οποία έχουμε σε περίοπτη θέση στο πρόγραμμά μας, όπως αναφέραμε συνοπτικά στο πρώτο μέρος αυτού του συγγράμματος.

Όσο περισσότερο πλούτο παράγει ο δημόσιος τομέας, όσο περισσότερα κέρδη αποφέρει ο ιδιωτικός μέσω της ορθολογικής φορολόγησης, αυτά θα μετατρέπονται σε κοινωνικό μέρισμα, υπό τη μορφή κοινωνικών παροχών και μείωσης των φόρων ή των ωρών εργασίας, όπως οφείλει κάθε ευνομούμενη Πολιτεία να πράττει.



Παιδεία


Δεν νοείται αυτόνομη και προοδευτική πολιτεία, δεν υπάρχει δημοκρατία, δίχως παιδεία που να εξασφαλίζει τη συνέχειά της. Πέρα από την παιδευτική λειτουργία που έχει η ίδια η συμμετοχή στους δημοκρατικούς θεσμούς, οραματιζόμαστε ένα σύστημα παιδείας που θα παράγει ανθρώπους λεύτερους στο νου, μυαλά ανοικτά και λειτουργικά, δημοκρατικούς αριστοτελικούς πολίτες, έτοιμους να κυβερνήσουν και να κυβερνηθούν, όχι πειθήνιους υπηκόους κι άβουλα ενεργούμενα.

Το δικό μας σύστημα παιδείας θα προωθεί τη δημιουργικότητα και την αγάπη για τη μάθηση, ενώ θα εχθρεύεται την αποστήθιση. Θα οικοδομεί την κριτική σκέψη και θ’ αποφεύγει τις από καθέδρας αυθεντίες. Θα προάγει τα ελληνικά γράμματα, δίχως προγονοπληξία, χωρίς ανόητο στόμφο.

Θα διδάσκει τις επιστήμες με τρόπο που να εμβαθύνει στην ουσία τους και στην κατανόηση των βασικών τους αρχών κι εννοιών, αφήνοντας κατά μέρος τις υπερβολικές λεπτομέρειες, που μπορεί πια κανείς ν’ ανακαλέσει με το πάτημα μερικών πλήκτρων στον υπολογιστή.

Ένα σύστημα χωρίς αυταρχισμό στη δομή του, που θα διδάσκει στην πράξη τις αρχές της δημοκρατίας και θα βγάζει ανθρώπους κοινωνικούς και μορφωμένους, με τα δεδομένα και τις απαιτήσεις του 21ου αιώνα. Που θα προάγει την αριστεία, μαζί με τη συνεργατικότητα, δίχως το άγος του ανταγωνισμού που σήμερα φορτώνουμε στα παιδιά μας, από τις πιο τρυφερές τους ηλικίες.

Οι άριστοι θα βοηθούν και τους υπόλοιπους ν’ αριστεύσουν ως ομάδα κι όχι ως μεμονωμένα άτομα. Τα παιδιά θα μάθουν ότι ο καθένας έχει το δικό του χάρισμα, που αν αξιοποιηθεί σωστά, μπορεί να γίνει ένα σημαντικό πλεονέκτημα για την ομάδα του και θα βοηθούνται ν’ ανακαλύψουν τη δική τους ιδιαίτερη ικανότητα.

Πολλοί έχουν θαυμάσει το μοντέλο των Φιλανδών, που θεωρείται το καλύτερο του κόσμου. Τι να το κάνει κανείς όμως το καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα, όταν αυτό παράγει φασίστες, όπως οι βόρειοι άσπονδοι φίλοι μας; Εμείς ζητάμε ν’ αποδείξουμε ότι ένα πραγματικά πετυχημένο πρότυπο παιδείας είναι αυτό που διδάσκει δημοκρατία και παράγει λεύτερους ανθρώπους. Δεν θα θέλαμε να επεκταθούμε σε τεχνικές λεπτομέρειες. Θα παραπέμψουμε ωστόσο στη δουλειά του Ινδού παιδαγωγού Σουγκάτα Μίτρα, για όποιον ενδιαφέρεται να δει τις βασικές αρχές που διέπουν τη σκέψη μας, πάνω σ’ αυτό το θέμα, τη μάθηση του σήμερα κι όχι αυτήν των απελθόντων αιώνων:
sugata_mitra_build_a_school_in_the_cloud`
sugata_mitra_the_child_driven_education
Θα μπορούσαμε να πούμε σχηματικά ότι σε ανθρώπους σαν αυτόν θα αναθέσουμε το σχεδιασμό του προτύπου της παιδείας, στην Ελληνική Πολιτεία.




Μεταναστευτική Πολιτική


Η μετανάστευση χρησιμοποιείται ως απεργοσπαστικός μηχανισμός.
Με τον εργατικό υπερπληθυσμό-πλεόνασμα που δημιουργεί,
ρίχνει το επίπεδο ζωής της εργατικής τάξης σε κατάσταση δουλοπάροικου. Είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο του Κεφαλαίου. Οι μεταναστευτικοί νόμοι είναι τα μανιφέστα των εργοστασιαρχών.
(Καρλ Μαρξ)


Πρόκειται ίσως για το πλέον ακανθώδες ιδεολογικά και ίσως το πιο δυσεπίλυτο, από πρακτικής απόψεως, πρόβλημα που ταλανίζει στις αρχές του 21ου αιώνα τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ένα πρόβλημα πολυπαραγοντικό, στο οποίο εμπλέκονται δυνάμεις και διαδικασίες που ξεφεύγουν μακράν των συνόρων μιας χώρας και άρα η ριζική του επίλυση είναι σε μεγάλο βαθμό έξω από τη δικαιοδοσία μιας μεμονωμένης κυβέρνησης.

Δεν μπορεί ωστόσο κανείς να μην πάρει θέση, όσο κι αν όλοι μας γνωρίζουμε ότι η οριστική λύση του προβλήματος μπορεί να δοθεί μόνο σε επίπεδο παγκόσμιας ιδεολογικής και θεσμικής πάλης. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος που θεωρούμε τον Οικουμενισμό βασικό πυλώνα της σκέψης και της στρατηγικής μας.

Η επικράτηση του Νεοφιλελευθερισμού στις αρχές του αιώνα μας, έφερε μαζί της και την απαίτηση για τις περιβόητες «πολυπολιτισμικές κοινωνίες», πράγμα που παρουσιάστηκε ως κάποιου είδους πρόοδος, ένα μοντέλο που τάχα έχει ως βάση του τον ανθρωπισμό.

Φυσικά η μικροαστική Αριστερά της Πτώσης, ο μόνιμος απολογητής των ιδεολογικών αιτημάτων του αχαλίνωτου Νεοφιλελευθερισμού, έσπευσε όχι μόνο να υιοθετήσει αυτό το μοντέλο, αλλά και να δαιμονοποιήσει κάθε τυχόν αντίρρηση, με τη μόνιμη ευκολία που διαθέτουν, να βαφτίζουνε «φασίστα» όποιον διαφωνεί με τις απόψεις τους, ενώ οι ίδιοι ρίχνουν διαρκώς νερό στο μύλο του πιο απάνθρωπου και ολοκληρωτικού συστήματος που έχει ποτέ διανοηθεί άνθρωπος, του Νεοφιλελευθερισμού.

Όμως πόσο βασισμένη στον ανθρωπισμό μπορεί να είναι μια ιδέα, για την επιβολή της οποίας επιστρατεύονται «αντιρατσιστικοί» νόμοι, που περιορίζουν την ελευθερία της έκφρασης και κατ’ επέκταση της σκέψης, με τρόπο αντάξιο ενός Όργουελ;

Η δική μας άποψη είναι πως η πολυπολιτισμική κοινωνία δεν δημιουργήθηκε για να υπηρετήσει τ’ ανθρώπινα δικαιώματα και τις ανάγκες των λαών, παρά μόνο αυτά του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου και της εκτεταμένης εκμετάλλευσης της ανθρώπινης εργασίας, υπό όρους διαρκώς επιδεινούμενους για τους εργαζόμενους.

Οι απολογητές της δεν στέκονται σε καμμία περίπτωση κριτικά έναντι των πραγματικών αιτίων των αλλεπάλληλων μεταναστευτικών κυμάτων, παρά αξιώνουν την εδραίωση τετελεσμένων μέσα στις κοινωνίες υποδοχής, με σκοπό την περαιτέρω σκληρή εκμετάλλευση, τόσο των μεταναστών, όσο και των ντόπιων εργαζομένων.

Στην πραγματικότητα το συγκεκριμένο μοντέλο υπερασπίζεται τα συμφέροντα των δουλεμπόρων και των εκμεταλλευτών των «φτηνών εργατικών χεριών», που γίνονται ολοένα και φτηνότερα.

Το πολυπολιτισμικό μοντέλο δεν αποτελεί προϊόν ελεύθερης βούλησης των λαών και των μεμονωμένων ατόμων, αλλά αποτέλεσμα και ταυτόχρονα εργαλείο επιβολής.

Οι άνθρωποι δεν μετακινούνται οικειοθελώς από τις πατρίδες τους, αλλά ξεριζώνονται από την ακραία φτώχεια, τον πόλεμο, την πολιτική βία και την ανελευθερία που τις μαστίζει. Πάνω απ’ όλα απ’ την πείνα, που είναι το ξεκάθαρο αποτέλεσμα αιώνων αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης των περισσότερων κρατών του πλανήτη, από τις καπιταλιστικές και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Είναι βέβαιο ότι εάν οι άνθρωποι είχαν το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής, αν οι χώρες τους τούς παρείχαν έστω ένα μίνιμουμ ανθρώπινης διαβίωσης, κατά συντριπτική πλειοψηφία θα διάλεγαν να παραμείνουν στις πατρίδες τους, όπου όπως αναφέραμε είναι μακράν καλύτερα προσαρμοσμένοι στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Το μικρό ποσοστό που από τη φύση τους έχουν την τάση να μετακινούνται, αναζητώντας τον τόπο όπου θα μπορούν να είναι στ’ αλήθεια ευτυχισμένοι, σε καμμία περίπτωση δεν θ’ αποτελούσε πρόβλημα άξιο τόσο μεγάλης συζήτησης και θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί οπουδήποτε, δίχως τις παρατηρούμενες παρενέργειες.

Η πολυπολιτισμική κοινωνία δεν είναι μια κοινωνία ενιαία, λειτουργική και ειρηνική, αλλά μια κοινωνία πολυδιασπασμένη, απονευρωμένη και δυσλειτουργική, άνιση και γεμάτη παθογένειες. Η βία κι η ανασφάλεια είναι το αναμενόμενο επακόλουθο, όπως μαρτυρά το παράδειγμα της Σουηδίας, που μεταβλήθηκε σε πολυπολιτισμική κοινωνία και μέσα σ’ ελάχιστα χρόνια κατάφερε ν’ απολέσει όλα τα αξιοθαύμαστα κοινωνικά δεδομένα που της είχε κληροδοτήσει το περιλάλητο σκανδιναβικό μοντέλο, ενώ κυρίαρχη θέση πλέον κατέχει το επιθετικό Ισλάμ.

Η ουσιαστική εξαγωγή του αμερικάνικου αποικιακού προτύπου, το οποίο στήθηκε πάνω στη γενοκτονία των γηγενών κατοίκων της ηπείρου από τους εποίκους, δεν θα μπορούσε φυσικά ν’ αποβεί σε τίποτα καλό, ειδικά όταν εφαρμόζεται σε δομημένες και συνεκτικές κοινωνίες, που έχουν αναπτύξει ιστορικούς οργανικούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη τους.

Εντούτοις δεν πιστεύουμε ότι η απλή αντίθεση στο πολυπολιτισμικό μοντέλο, όπως την σκιαγραφήσαμε ως τώρα, δίνει την απάντηση σ’ ένα τόσο πολύπλοκο ζήτημα. Ας το προσεγγίσουμε λοιπόν με τρόπο δημιουργικό.

Η πρώτη πλευρά του ζητήματος είναι ο ανθρωπισμός, ο οποίος αποτελεί βασική παράμετρο της σκέψης του Κοινωνισμού. Πράγματι, όποιες κι αν είναι οι βαθύτερες όψεις του προβλήματος, όσο κι αν γνωρίζεις τι κρύβεται πίσω από την αθρόα μετανάστευση, όταν έχεις μπροστά σου έναν άνθρωπο εξαθλιωμένο, βασανισμένο, που κρυώνει, πεινάει ή θαλασσοπνίγεται, δεν δικαιούσαι να σκεφτείς οτιδήποτε άλλο, παρά τη σωτηρία και την ανακούφισή του.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο νου μας διαχωρίζουμε το μεταναστευτικό από το προσφυγικό. Γνωρίζουμε από προσφυγιά, από σφαγές και καταστροφές, τις έχουμε ζήσει στο πετσί μας, έτσι δεν μπορούμε να βάζουμε τους οικονομικούς μετανάστες στο ίδιο τσουβάλι με τους πρόσφυγες πολέμου.

Το προσφυγικό ζήτημα είναι ακόμα δυσκολότερο από το μεταναστευτικό και, όπως είπαμε στο κεφάλαιο περί Οικουμενισμού, η Ελληνική Πολιτεία θα αναλάβει διεθνείς πρωτοβουλίες για να θεραπευτούν τα άμεσα αίτια που προκαλούν τον ξεριζωμό και θ’ απαιτήσει, με κάθε διαθέσιμο τρόπο, από τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες ν’ αναλάβουν τις ευθύνες τους για τούτη την κατάσταση.

Η αλληλεγγύη θα πρέπει να παραμείνει όπλο των λαών, όχι όπλο των ιμπεριαλιστών για να διαλύουν τους λαούς και τις κοινωνίες.

Δεν παραγνωρίζουμε τους εθνικούς κινδύνους που συνεπάγεται αυτή η κατάσταση και θ’ απαιτηθούν λεπτοί χειρισμοί, που δεν είναι της παρούσης. Το μόνο βέβαιο τούτη την ώρα είναι πως η απελευθέρωση της χώρας από τα δεσμά της Ευρωκρατορίας κι απ’ τη μέγγενη του κατοχικού Ευρώ, θα ανακόψει άμεσα το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα προς τη χώρα μας και θα το στρέψει προς την Ιταλία ή τη Βουλγαρία, πράγμα που αποτελεί ένα ακόμα σημαντικότατο όφελος για τη χώρα, από την απεμπλοκή της από τον ιμπεριαλιστικό υπεροργανισμό των αποικιοκρατικών δυνάμεων.

Το πρώτο που θα είχαμε να επισημάνουμε είναι ότι η συντριπτική πλειονότητα των προσφύγων/μεταναστών που συρρέουν στη χώρα, δεν έχει καμιά διάθεση να παραμείνει εδώ. Κατανοούν κι οι ίδιοι ότι μια χώρα που βρίσκεται στη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας δεν μπορεί να τους περιθάλψει και να τους παράσχει τα απαραίτητα. Χρέος μας λοιπόν, τόσο απέναντι στους ίδιους όσο και απέναντι στο εθνικό συμφέρον, είναι να δώσουμε κάθε βοήθεια σ’ αυτούς τους ανθρώπους, να φτάσουν με το καλό στον προορισμό τους. Δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν κι έναντι οιουδήποτε τιμήματος, να μετατρέψει τη χώρα μας σε χωματερή ψυχών κι αποθήκη αζήτητων ανθρώπων. Είναι βέβαιο, ότι ακόμα και χωρίς επίσημη βοήθεια, κανείς δεν θα μπορέσει να τους εγκλωβίσει εδώ ενάντια στο θέλημά τους, οπωσδήποτε όχι σε μια χώρα με τόσες χιλιάδες χιλιόμετρα ακτών.

Σίγουρα πάντως στα σχέδιά μας δεν περιλαμβάνονται τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ούτε η γκετοποίηση των θυμάτων των βρόμικων δυτικών πολέμων, πράγματα που κατά τη γνώμη μας δημιουργούν πολύ περισσότερα προβλήματα απ’ όσα υποτίθεται πως επιλύουν. Η δημιουργία ενός παγκόσμιου ειρηνευτικού κινήματος, καθίσταται πλέον επιτακτική ανάγκη. Όμως αυτά θα τ’ αντιμετωπίσουμε στην ώρα τους και βάσει των συνθηκών που θα ‘χουν ως τότε διαμορφωθεί.

Από την άλλη πλευρά, η κοινή λογική μάς λέει ότι είναι πρακτικά αδύνατο για μια χώρα να δεχτεί και να περιθάλψει το σύνολο των κατατρεγμένων ολάκερου του πλανήτη, χωρίς τελικά να προκληθούν ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Άρα νομοτελειακά θα πρέπει να υπάρχει κάποιο όριο στη δεκτικότητα, ιδιαίτερα στην περίπτωση των οικονομικών μεταναστών.

Έτσι, η Ελληνική Πολιτεία διακηρύσσει το αναφαίρετο δικαίωμά της να καθορίζει αποκλειστικά τούτο το όριο, ανάλογα με τις υπάρχουσες κοινωνικές, οικονομικές και παραγωγικές συνθήκες.

Είναι βέβαιο ότι στην βάση του παραγωγικού μοντέλου που επεξεργαζόμαστε, η Ελλάδα θα έχει αρκετές περισσευούμενες θέσεις εργασίας για ξένους εργάτες. Αυτοί θα εργάζονται υπό συνθήκες που δεν θα υπονομεύουν τα δικαιώματα των Ελλήνων εργατών. Το δουλεμπόριο και η ανθρώπινη εκμετάλλευση θα πατάσσονται με τον πλέον αυστηρό τρόπο.

Όσοι ξένοι πολίτες γίνονται δεκτοί στην Ελλάδα, θ’ αποκτούν τον τίτλο του Μέτοικου. Τούτο θα σημαίνει ότι θ’ απολαμβάνουν πλήρως όλα τα κοινωνικά, ατομικά και εργασιακά δικαιώματα που αναλογούν στους Έλληνες, ωστόσο δεν θα διαθέτουν τα προνόμια του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Αυτά θα τ’ αποκτούν όσοι ξένης καταγωγής γεννιούνται και μεγαλώνουν στην Ελλάδα, αφού θα γίνονται κι αυτοί κοινωνοί της ημέτερης παιδείας, άρα θα είναι επάξια Έλληνες πολίτες.

Ένας Μέτοικος θα μπορεί μετά από δέκα χρόνια διαρκούς παραμονής να λάβει τον τίτλο του Έλληνα πολίτη, εφόσον αποδείξει ότι γνωρίζει επαρκώς την Ελληνική γλώσσα, την ιστορία και τον πολιτισμό μας. Κατόπιν θα δίνει τον όρκο της πίστης στην Ελληνική Πολιτεία, συμβολικά θα πίνει κρασί και θα τρώει ψωμί με λάδι και τέλος θα φυτεύει ένα δέντρο στην ελληνική γη. Μετά από αυτά, θα είναι πλέον αυτοδίκαια ένας από εμάς και θα μετέχει κανονικά στις λαοσυνάξεις.

Όμως καλός και άγιος τούτος ο ρομαντισμός, αλλά τι γίνεται με όσους περισσεύουν; Εδώ ανοίγεται ένα δύσκολο πεδίο προβληματισμού. Προφανώς και δεν μπορούμε να τους πετάμε στη θάλασσα με τσιμέντο στα πόδια, ούτε να τους ρίχνουμε σαν πρόβατα επί σφαγή, πίσω στις συνθήκες που αρχικά τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους.

Την απάντηση μας τη δίνει το πρότυπο της Τράπεζας των Φτωχών, της Grameen Bank, του Μπαγκλαντεσιανού Μοχάμεντ Γιουνούς, που τιμήθηκε το 2006 με το νόμπελ ειρήνης, σε μια απ’ τις σπάνιες πια περιπτώσεις που το βραβείο τιμά στ’ αλήθεια τον τίτλο του (http://www.ramnousia.com/2010/05/blog-post_4617.html , http://tedxtalks.ted.com/video/TedxVienna-Muhammad-Yunus-A-His ). Τούτο το εφαρμοσμένο και καθ’ όλα πετυχημένο μοντέλο αποτελεί την έμπνευση του δικού μας σχεδίου αντιμετώπισης του μεταναστευτικού ζητήματος.

Μια κινέζικη παροιμία λέει πως εάν θέλεις να ταΐσεις κάποιον για μια μέρα, του δίνεις ένα ψάρι. Αν θέλεις να μην ξαναπεινάσει ποτέ, του μαθαίνεις να ψαρεύει. Οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τις πατρίδες και τις οικογένειές τους, επειδή δεν διαθέτουν τα ελάχιστα μέσα για να βιοποριστούν, ούτε και τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις κι εφόδια για να βελτιώσουν τις ζωές τους.

Από την άλλη πλευρά, αξίζει να υπογραμμιστεί γι’ αυτές τις χώρες, ότι ακριβώς η απίσχναση από τα δικά τους εργατικά χέρια, καθίσταται ένας από τους κύριους παράγοντες της μόνιμης υπανάπτυξης τους, δημιουργώντας τον φαύλο κύκλο της έσχατης φτώχειας και της αναγκαστικής μετανάστευσης.

Έτσι, σε όσους μετανάστες κριθεί ότι δεν μπορούν να παραμείνουν για πολύ στη χώρα, θα παρέχεται επιμόρφωση με βάση τις ανάγκες των χωρών προέλευσής τους, θα χορηγείται τεχνογνωσία και καθοδήγηση, έτσι ώστε όταν επιστρέψουν στις χώρες τους να μπορούν να εργαστούν σε διάφορους τύπους μικροεπιχειρηματικότητας και καλλιεργειών, για να ζήσουν τις οικογένειές τους με αξιοπρέπεια. Επίσης οι άνθρωποι θα διδάσκονται τις βασικές αρχές του Κοινωνισμού, τη δημοκρατία και τη συνεταιριστική πρακτική, ως εφόδια για τη μελλοντική τους εξέλιξη.

Η Ελλάδα, υλοποιώντας το πρόγραμμα Νόστος, όπως τ’ ονομάζουμε, θα ιδρύσει μια τράπεζα κατά το πρότυπο της Grameen και θ’ ανοίξει από ένα υποκατάστημα στις χώρες καταγωγής των μεταναστών. Αφού ολοκληρωθεί ο κύκλος επιμόρφωσης των ανθρώπων, θα επιβιβάζονται σ’ ένα μεταγωγικό αεροσκάφος μας και θα μεταφέρονται υπό τις πλέον ανθρώπινες και ασφαλείς συνθήκες στις πατρίδες τους.

Εννοείται ότι η Ελληνική Πολιτεία θα έχει φροντίσει να έρθει σε διμερείς συμφωνίες με τις κυβερνήσεις των χωρών αυτών, όπως και σε συνεννόηση με τις ανθρωπιστικές οργανώσεις και τον ΟΗΕ, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι άνθρωποι θα είναι ασφαλείς.

Οι παλιννοστούντες θα κουβαλάν στις αποσκευές τους και μια έτοιμη πίστωση της τάξης των 200 δολαρίων, που θα παραλαμβάνουν από το τοπικό υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας Μικροχρηματοδότησης, το οποίο θα μεριμνά για την κατάρτιση προγραμμάτων οικιστικής ανάπτυξης, μικροεμπορίου και οικοτεχνίας, μικρών ηλιακών συστοιχιών, καλλιεργειών ικανών να θρέψουν την κοινότητα κ.λπ.

Η Ελληνική Πολιτεία δεν προσδοκά ν’ αποκομίσει οικονομικό όφελος από αυτού του είδους τον δανεισμό, παρά μόνο να καλύψει τα έξοδα επιμόρφωσης και μεταφοράς των παλιννοστούντων. Το κοινωνικό όφελος, τόσο για τη χώρα μας, όσο και για τις χώρες προέλευσης των μεταναστών, αλλά κυρίως για τους ίδιους, είναι αυτό που μας ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα. Με δεδομένο ότι η Grameen εμφανίζει ποσοστό αποπληρωμής των μικροδανείων, της τάξης του 98%, είναι βέβαιο ότι αυτή η δραστηριότητα δεν πρόκειται να επιβαρύνει τον ελληνικό λαό με αχρείαστο κόστος.

Αξίζει να υπογραμμίσουμε, ότι δεν θα μπορεί να τύχει τούτης της ευνοϊκής μεταχείρισης, οποιοσδήποτε καταδικαστεί έστω σε βαθμό πλημμελήματος ή έχει σχέσεις με τζιχαντισμό, νεο-οθωμανισμό ή άλλες απανθρωπιστικές ή εχθρικές προς τον Ελληνισμό κοσμοθεωρίες. Όποιος ζητάει άσυλο στην Ελληνική Πολιτεία, θα πρέπει να σέβεται απόλυτα το πολίτευμά της. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η συντριπτική πλειοψηφία θα σεβαστεί το νόμο, μιας και θα έχει πολλά να χάσει σε αντίθετη περίπτωση.

Τα οφέλη μιας τέτοιας στρατηγικής αντιμετώπισης του μεταναστευτικού ζητήματος θα είναι πολλαπλά. Όχι μόνο η Ελλάδα δεν θα είναι υποχρεωμένη να θρέψει περισσότερα στόματα απ’ όσα μπορεί, αλλά θα μπουν οι βάσεις για την ανάπτυξη των φτωχών χωρών, ώστε να συμβάλλουμε ενεργά στην ανακοπή του μεταναστευτικού κύματος στην πηγή του.
Τα προγράμματα της Ελληνικής Τράπεζας Μικροχρηματοδότησης θα απευθύνονται και στους υπόλοιπους κατοίκους των φτωχών χωρών, όχι μόνο σε όσους ήρθαν στην Ελλάδα. Έτσι θ’ ανακοπεί το κύμα οικονομικής μετανάστευσης, ενώ οι άνθρωποι θα βρίσκουν προκοπή στον τόπο τους κι ο τόπος τους θα προκόβει εξαιτίας της δουλειάς τους. Ο Μοχάμεντ Γιουνούς βοήθησε πάνω από έντεκα εκατομμύρια ανθρώπους. Σίγουρα πιο πολλούς απ’ όσους θα μπορούσε ποτέ να φιλοξενήσει η χώρα μας. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγουν τέλος, τα τεράστια οφέλη που θα αποκομίσει η χώρα μας ως προς την εξωτερική της πολιτική και την διεθνή της προβολή ως φάρος ανθρωπισμού και δημιουργικότητας.





Αντί Επιλόγου: Η Αυγή των Ρομπότ



Στα τέλη του 2015, ο διάσημος φυσικός Στίβεν Χόκινγκ μίλησε για την επερχόμενη εποχή της ρομποτικής, επισημαίνοντας τον κίνδυνο η εφαρμογή της μέσα σε καπιταλιστικό πλαίσιο, να επιφέρει τεράστια ανεργία και ανισότητα. Η τεχνολογική πρόοδος δεν μπορεί να αναχαιτιστεί, ούτε βέβαια αυτό θα ήταν κάτι επιθυμητό.

Το πρόβλημα έγκειται στο πολιτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο χρησιμοποιείται κάθε τεχνολογική καινοτομία κι όχι στην τεχνολογία καθαυτή. Άλλωστε το ιδιαίτερα χαμηλό τεχνολογικό επίπεδο κατά τον Μεσαίωνα, δεν εμπόδισε την ανάπτυξη τεράστιων ανισοτήτων μεταξύ πλούσιων και φτωχών, ούτε την επιβολή της Θεοκρατίας, της κορωνίδας των ολοκληρωτικών πολιτικών θεωριών, άρα δεν είναι η τεχνολογία που γεννά τούτες τις καταστάσεις.

Εδώ βέβαια υπεισέρχεται μια βασική αρχή της μαρξιστικής θεώρησης, η οποία έχει αποδείξει την αξία της μέσα στο χρόνο: Κεφάλαιο δεν δημιουργούν οι μηχανές, ασχέτως αν αυτές αυξάνουν το επίπεδο παραγωγής. Το κεφάλαιο παράγεται μόνο από την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας.

Στην πραγματικότητα, εάν θεωρητικά έφτανε όλη η παραγωγή να κατασκευάζεται από ρομποτικά «χέρια», αν ακόμα και η αγορά υπηρεσιών καλυπτόταν από τα ρομπότ, όπως εικάζεται ότι θα συμβεί, τότε θα έσπαζε η αλυσίδα παραγωγής-κατανάλωσης και ο παγκόσμιος καπιταλισμός θα βίωνε το μεγαλύτερο κραχ όλων των εποχών, με τα προϊόντα να σαπίζουν στις αποθήκες, ενώ κανείς δεν θα ήταν σε θέση να τα καταναλώσει. Άλλωστε σε υπερπαραγωγή που δεν συμβάδιζε με το επίπεδο κατανάλωσης, οφείλονταν και τα προηγούμενα κραχ που έχει γνωρίσει ο καπιταλιστικός κόσμος.

Έτσι λοιπόν, η πλεονεξία και αδηφαγία του παγκόσμιου Νεοφιλελευθερισμού, τον οδηγεί τυφλά στην κατάργησή του. Ο Καπιταλισμός είναι ήδη ιστορικά ξεπερασμένος κι ακόμα δεν το έχει συνειδητοποιήσει. Όμως η πορεία προς αυτό το σημείο, όπου το κεφάλαιο ουσιαστικά θ’ αυτοκαταργηθεί, δεν πρόκειται να συμβεί ειρηνικά αλλά θ’ αποτελέσει μια μακρά κι επίπονη πορεία διαρκών κοινωνικών αναταραχών κι εκτεταμένων συγκρούσεων.

Γιατί όπως είπε και ο Χόκινγκ: «Αν οι μηχανές παράγουν όλα όσα χρειαζόμαστε, το αποτέλεσμα εξαρτάται από το πώς αυτά θα διανέμονται. […] Ο καθένας μπορεί να απολαύσει μια πολυτελή ζωή αν η ευμάρεια που παράγεται από τις μηχανές μοιράζεται, διαφορετικά περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να καταλήξουν άθλια φτωχοί αν οι ιδιοκτήτες των μηχανών συνεχίσουν το λόμπι κατά της αναδιανομής του πλούτου».

Με βάση το πρότυπο της Ελληνικής Πολιτείας και του οικονομικού της μοντέλου που αναπτύξαμε στα προηγούμενα, καθίσταται φανερό ότι η εν μέρει καπιταλιστική ανάπτυξη την οποία προκρίνουμε, είναι για μας ένα αναγκαίο κακό, προκειμένου η Ελλάδα να μπορέσει ν’ ανταπεξέλθει στον διεθνή ανταγωνισμό. Το όραμά μας δεν περιορίζεται σ’ αυτή την οικονομική οργάνωση, αλλά φτάνει μέχρι την οριστική απαλλαγή της ανθρωπότητας από το κεφάλαιο. Σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, φαντάζει σχεδόν βέβαιο ότι μέσα στα επόμενα πενήντα χρόνια η ανθρωπότητα θα βρεθεί μπροστά στο κατώφλι που έχει προβλεφτεί από τα μέσα του 20ου αιώνα, από διανοητές όπως ο Ι. Ασίμοφ, ο Α. Αϊνστάιν και ο Α. Κλαρκ: θα ενηλικιωθεί ή θα καταστραφεί και θα γυρίσει αιώνες πίσω.

Η Ελληνική Πολιτεία φιλοδοξεί να παίξει τον ρόλο της σ’ αυτήν την εξέλιξη, σε όσα την αφορούν και περνούν απ’ το χέρι της. Βάσει του μοντέλου άμεσης Δημοκρατίας που προτείνουμε, η τεχνολογική εξέλιξη (στην οποία η χώρα μας θα κατέχει περίοπτη θέση) δεν πρόκειται ν’ απειλήσει τα δικαιώματα του Ταξικού Έθνους. Όσο η ρομποτική θ’ αντικαθιστά την ανθρώπινη εργασία, όσο τα αγαθά θα παράγονται ευκολότερα και με χαμηλότερο κόστος, τόσο οι Έλληνες Πολίτες θα ωφελούνται απ’ αυτό. Οι ώρες εργασίας θα μειώνονται, ο παραγόμενος πλούτος θα διανέμεται ορθολογικά σε όλους. Με αυτόν τον τρόπο, σταδιακά θα φτάσουμε σε μια οικονομία προσανατολισμένη στους πόρους κι όχι στο κεφάλαιο. Σκοπεύουμε λοιπόν να συμβάλλουμε στην παγκόσμια μετεξέλιξη προς μια τέτοιου είδους οικονομία, όπως έχει ήδη προταθεί εμπεριστατωμένα, από το Project Venus, σε μια επιστημονική πρόταση για μια βιώσιμη και αειφόρα παγκόσμια οικονομία βασισμένη στις παραπάνω αρχές.

Σ’ εκείνο το σημείο το κίνημά μας όχι μόνο θα έχει ολοκληρώσει το έργο του, αλλά θα έχει να προσφέρει ένα εφαρμοσμένο πρότυπο διακυβέρνησης, που θα συνδυάζει την άμεση Δημοκρατία σε τοπικό επίπεδο, με τη δυνατότητα αυτή να κλιμακωθεί οργανωτικά σε διεθνές και παγκόσμιο επίπεδο, προκειμένου η ανθρωπότητα να μπει στον επόμενο αιώνα ενωμένη κι έτοιμη για τη μεταπήδησή της στη διαστημική εποχή, πράγμα που κατά τη γνώμη μας αποτελεί το πεπρωμένο του ανθρώπου.

Δεν θα πρέπει να συγχέουμε το παραπάνω όραμα με τις νεοταξίτικες διακηρύξεις περί «παγκόσμιας διακυβέρνησης». Η ειδοποιός διαφορά (αφού όλες οι έννοιες έχουν πλέον σήμερα γίνει αντικείμενο κακόβουλης χρήσης) έγκειται στον τρόπο διανομής της ισχύος, σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο. Δεν μιλάμε βεβαίως για ένα παγκόσμιο ολοκληρωτικό καθεστώς, με τις πολυεθνικές και το χρηματιστηριακό κεφάλαιο να κανοναρχούν, αφού εξάλλου αυτά θα έχουν ήδη καταργηθεί, μέχρι να φτάσουμε στο ζητούμενο.

Δεν θα θέλαμε να επεκταθούμε σε περισσότερα λόγια. Πιστεύουμε ότι έχει έρθει πια ο καιρός των πράξεων. Θα θέλαμε όμως κλείνοντας, να σκιαγραφήσουμε το όραμά μας, μέσω λίγων στίχων από την Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου:

«Οκτάνα θα πη, όχι πολιτικής, μια ψυχικής ενότητος Παγκόσμιος Πολιτεία (πιθανώς Ομοσπονδία) με ανέπαφες τις πνευματικές και εθνικές ιδιομορφίες εκάστης εθνικής ολότητος, εις μίαν πλήρη και αρραγή αδελφοσύνην εθνών, λαών και ατόμων, με πλήρη σεβασμόν εκάστου, διότι αυτή μόνον εν τέλει θα ημπορέση διά της κατανοήσεως, διά της αγωνιστικής καλής θελήσεως, ουδόλως δε διά της βίας, τας τάξεις και την εκμετάλλευσιν του ανθρώπου από τον άνθρωπον να καταργήση, να εκκαθαρίση επιτέλους!»

Καλή Πατρίδα Σύντροφοι…





ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ