Το σπίτι τους καταστράφηκε στον πόλεμο και δεν μπορούσαν να ζήσουν άλλο στη Συρία.
Δεν μπορούσαν να ζήσουν ούτε στην Τουρκία, γιατί δεν υπήρχε η δυνατότητα να πάνε σχολείο τα παιδιά τους και διότι, ακόμα και αν έβρισκαν δουλειά, τα λεφτά θα ήταν τόσο λίγα που δεν θα έφταναν να συντηρηθούν.
Οπως ανακάλυψαν, φτάνοντας στον Πειραιά από τη Μυτιλήνη πριν από ένα μήνα, δεν μπορούσαν να πάνε ούτε στη βόρεια και κεντρική Ευρώπη, γιατί τα σύνορα είχαν κλείσει.
Σε αντίθεση με άλλους πρόσφυγες, το δέχτηκαν ήρεμα και άρχισαν να αναζητούν πρακτικές λύσεις.
Το συζήτησαν με τις συζύγους τους και αποφάσισαν πως το καλύτερο για τα τέσσερα παιδιά τους, ηλικίας έξι μέχρι δέκα ετών, και για άλλο ένα που πρόκειται να γεννηθεί, είναι να εκμεταλλευτούν τη δυνατότητα που υποτίθεται ότι τους προσφέρει το ελληνικό κράτος και να ζητήσουν άσυλο στην Ελλάδα.
«Οταν ξεκινήσαμε το ταξίδι προς την Ευρώπη, δεν είχαμε βάλει συγκεκριμένο προορισμό. Μας ενδιέφερε να ζήσουμε κάπου με ασφάλεια. Ασφάλεια δεν είναι μόνο να μην υπάρχει πόλεμος. Είναι να μπορείς να ζήσεις ανθρώπινα. Να μπορούν να πάνε σχολείο τα παιδιά σου, να μπορείς να βρεις δουλειά και φαγητό, να ξαναξεκινήσεις τη ζωή σου. Το μεγαλύτερο παιδί μας έχει φτάσει δέκα χρονών και δεν έχει πάει σχολείο, γιατί με τον πόλεμο δεν λειτουργούσαν τα σχολεία. Θέλουμε να μην είμαστε στον αέρα, να πάρουμε χαρτιά, να ξαναξεκινήσουμε τη ζωή μας. Το μόνο λογικό ήταν να ζητήσουμε άσυλο»,λένε στην «Εφ.Συν.» ο Νεσίμπ και ο Αμπντουραχμάν, ξαδέλφια εξ αγχιστείας, που έφυγαν με τις οικογένειές τους από τη Συρία πριν από ενάμιση μήνα.
Τον τελευταίο μήνα τον έχουν περάσει σε μια μικρή σκηνή που μετά βίας τούς χωρά, στην προβλήτα Ε1 στον Πειραιά.
«Οταν κατεβήκαμε από το πλοίο, είδαμε κόσμο μαζεμένο εδώ και μείναμε, δεν είχαμε πουθενά αλλού να πάμε»,μας λένε με απόγνωση.
Παρουσιάστηκαν ένα πρωί πριν από δύο εβδομάδες στην Υπηρεσία Ασύλου μαζί με δικηγόρο της οργάνωσης «Αίτημα».
Η επίσκεψη αποδείχτηκε μάταιη. Η υπηρεσία, σύμφωνα με την πρακτική που εφαρμόζει από την περασμένη άνοιξη, αρνήθηκε να παραλάβει το αίτημα και τους ενημέρωσε πως η μόνη δυνατότητα είναι να το υποβάλουν ηλεκτρονικά, μέσω Skype, μια υπηρεσία που διατίθεται δύο μέρες την εβδομάδα, για μία ώρα την κάθε μέρα.
Την επόμενη εβδομάδα δοκίμασαν πράγματι να καλέσουν με skype από τα κινητά τους και ανακάλυψαν αυτό που γνωρίζουν τόσοι και τόσοι πρόσφυγες στην Ελλάδα: κανείς δεν απαντά στην κλήση και η όλη διαδικασία δοκιμάζει τα όρια της υπομονής.
Αν και η Υπηρεσία Ασύλου ισχυρίζεται ότι το νέο σύστημα εφαρμόστηκε για να αποφευχθεί η ταλαιπωρία των προσφύγων που σχημάτιζαν ολονύκτιες ουρές έξω από την υπηρεσία, θυμίζοντας την πολύ προβληματική κατάσταση στο Τμήμα Αλλοδαπών στην Πέτρου Ράλλη, στην πραγματικότητα μάλλον αυξήθηκαν η ταλαιπωρία και η αβεβαιότητα των προσφύγων.
Την κατάσταση επικρίνει στην τελευταία του έκθεση και ο Συνήγορος του Πολίτη, που επισημαίνει πως «το καινοφανές περιοριστικό σύστημα παραλαβής αιτημάτων φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της καθολικής, συνεχούς και απρόσκοπτης πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου και εγκυμονεί κινδύνους για θεμελιώδη δικαιώματα».
Αγνωστο παραμένει τι θα γίνει μετά τη συμφωνία Ε.Ε. - Τουρκίας, που προβλέπει να εξετάζονται άμεσα τα αιτήματα ασύλου, επιτόπου στα hotspots.
Σύμφωνα με πηγές της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, μετά το κλείσιμο των βόρειων συνόρων, ο αριθμός όσων εκφράζουν την επιθυμία να υποβάλουν αίτημα ασύλου ανέρχεται πια σε εκατοντάδες καθημερινά, ενώ δεν ξεπερνούσε τις μερικές δεκάδες πριν από λίγες εβδομάδες.
Τη στιγμή που οι πρόσφυγες έχουν ανάγκη όσο ποτέ μια αξιόπιστη διαδικασία ασύλου, η πραγματικότητα είναι και σ’ αυτόν τον τομέα απογοητευτική.
«Το μόνο που μας μένει είναι να πέσουμε στη θάλασσα. Οι δρόμοι όλοι είναι κλειστοί. Μας λένε για κέντρα φιλοξενίας, αλλά πολλοί πήγαν στο Σχιστό και ξαναγύρισαν στον Πειραιά. Θα ξαναγύριζαν αν ήταν καλύτερες οι συνθήκες; Οι ημέρες περνούν έτσι. Τα παιδιά παίζουν με τα άλλα παιδιά, τα λεφτά μας τελειώνουν, η μόνη μας απασχόληση είναι να περιμένουμε στην ουρά στο συσσίτιο. Δεν μας ενδιαφέρει η Ευρώπη, δεν θέλουμε να πάμε κάπου που δεν μας θέλουν. Αλλά πώς μπορούμε να ζούμε έτσι στην Ελλάδα;»αναρωτιούνται ο Νεσίμπ και ο Αμπντουραχμάν.
efsyn.gr
