Επιχειρείται μεθοδευμένα ο αφανισμός της πολιτισμικής ταυτότητας και της ιστορικής μνήμης του λαού μας.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018




Για το μάθημα της σχολικής ιστορίας ειδική επιστημονική επιτροπή του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), μετά από δυο χρόνια δουλειάς, ετοίμασε ένα σχέδιο αλλαγών που πρόσφατα κατέθεσε στο Υπουργείο Παιδείας, το οποίο εισάγει μια νέα φιλοσοφία για τη διδασκαλία της ιστορίας με πολλές καινοτομίες. Η εισήγηση 500 σελίδων που κατατέθηκε, και η οποία σύντομα, όπως λέγεται, θα δημοσιοποιηθεί, αφορά τα προγράμματα σπουδών για τις οκτώ τάξεις (από Ε Δημοτικού ως Α Λυκείου) στις οποίες θα διδάσκεται η ιστορία, καθώς και τις δραστηριότητες που θα κληθούν να κάνουν οι μαθητές, αποτυπώνοντας ευκρινώς τη φιλοσοφία των νέων προγραμμάτων. Επίσης, το Υπουργείο έχει ανακοινώσει ότι παράλληλα με τη συγγραφή των νέων σχολικών εγχειριδίων θα ξεκινήσει και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, κι ότι τα δύο έργα θα ενταχτούν σε πρόγραμμα ΕΣΠΑ από τον Νοέμβριο. Η προτεινόμενη οργάνωση της διδακτέας ύλης ΕΔΩ.



ΟΙ ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟΝΙΖΟΝΤΑΙ

Όλο το εύρος της ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας, από την αρχαιότητα ως σήμερα, ουσιαστικά προβλέπεται να διδάσκεται  σε έξι μόνο  τάξεις (από Ε Δημοτικού ως Α Λυκείου), κι όχι σε εννέα, όπως γίνεται ως σήμερα. Όπως, όμως, φαίνεται από την επιλογή των θεματικών φακέλων είναι περισσότερα τα ιστορικά κενά, τα γεγονότα που αποσιωπούνται και παραβλέπονται, από αυτά που προβάλλονται και στα οποία καλούνται οι μαθητές να εμβαθύνουν, να εστιάσουν.

Από αυτά που παραγκωνίζονται, ενδεικτικά μόνο  αναφέρουμε μερικά:  ο ελληνικός χαρακτήρας του μυκηναϊκού πολιτισμού, τα ελληνικά φύλλα (Αχαιοί, Αιολείς, Ίωνες, Δωριείς), οι ιωνικές πόλεις της Μικράς Ασίας και ο πολιτισμός τους – που γέννησε τη φιλοσοφία, την  ιστορία, τα μαθηματικά, την αστροφυσική κατά την αρχαιότητα, ενώ στους νεώτερους χρόνους ευθύνεται για το φαινόμενο της Ερμούπολης, καθώς η πόλη δημιουργήθηκε από Ίωνες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας-,  ο Α και Β αποικισμός των αρχαίων ελληνικών πόλεων και η εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού στη Μεσόγειο. Υποσκελίζονται η σημασία των μηδικών πολέμων, οι διαφορές μεταξύ βασιλείας, ολιγαρχίας και δημοκρατίας, η έννοια της πόλης κράτους και του πολίτη στην κλασική εποχή. Ενώ προβάλλεται η αυτοκρατορία της Ρώμης, αγνοούνται τα ελληνιστικά βασίλεια κι αποσιωπάται η δημοκρατία της Αθήνας, οι μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη, του Κλεισθένη, του Περικλή, αλλά και το αλληλέγγυον των μεσοβυζαντινών κοινοτήτων, οι πολιτικές περιορισμού των Δυνατών κι ενίσχυσης της μικροϊδιοκτησίας  επί Μακεδονικής Δυναστείας. Καμιά αναφορά στον Μέγα Αλέξανδρο, στα ελληνιστικά βασίλεια και στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού σε όλον τον ελληνιστικό κόσμο, στη διάσωση των συγγραμμάτων των αρχαίων κλασικών από τους λόγιους του Βυζαντίου, στη μετάγγιση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από το Βυζάντιο στους Άραβες και στη Δύση. Αποσιωπάται ο ελληνικός χαρακτήρας του Βυζαντίου και οι αγώνες του κατά των γερμανικών φύλων, των Περσών, των Αράβων, των Τούρκων. Παραβλέπονται, επίσης, η φιλική εταιρία, ο μακεδονικός αγώνας, οι αιτίες της μικρασιατικής καταστροφής και της γενοκτονίας των Ποντίων, αλλά και η  Γαλλική, η Αμερικανική, η Οκτωβριανή Επανάσταση, και πολλά άλλα!

Με το νέο πρόγραμμα δίνεται έμφαση στη δουλεία, στην εκμετάλλευση των παιδιών και των γυναικών, στο σκληρό πρόσωπο των παγκοσμίων πολέμων αλλά όχι στις αιτίες τους («άνθρωποι και πόλεμος στον 20ο αιώνα»), στη προσφυγιά, στην οικονομική εξαθλίωση, σε αυτά δηλαδή που αποτελούν το παρόν μας και το μέλλον των νέων. Κι αυτά παρουσιάζονται ως δεδομένα, ως status quo για κάθε ιστορική εποχή, χωρίς να αναλύονται και να εξετάζονται οι αιτίες και οι παράγοντες που τα δημιουργούν. Χωρίς να παρουσιάζεται καμιά εναλλακτική ιστορική προσέγγιση, χωρίς να διδάσκεται κανένα ιστορικό παράδειγμα ανατροπής τους.

Αναφορά στην ελληνική επανάσταση προβλέπεται  στην ΣΤ δημοτικού, («οι άνθρωποι της Επανάστασης και οι άνθρωποι στην Επανάσταση»), και στη Γ Γυμνασίου («πολιορκίες στην ελληνική επανάσταση»). Προτείνεται, όμως,  ο περιορισμός της αναλυτικής της παρουσίασης, κι ότι η διδασκαλία θα στρέφεται σε βασικά κοινωνικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, όπως ο εκσυγχρονισμός και η εκβιομηχάνιση, και λιγότερο στους πρωταγωνιστές της Απελευθέρωσης. Ουσιαστικά δηλαδή, ο στόχος και ο  εθνικοαπελευθερωτικός χαρακτήρας της επανάστασης αποσιωπάται. Παράλληλα,  δηλώνεται ότι, ως εξαιρούμενη περίπτωση πολιτικής ιστορίας, θα διδάσκεται η  ίδρυση του ελληνικού κράτους. Να υποθέσουμε πως δεν θα τονίζεται, προφανώς, ότι το ελληνικό κράτος, σε αντίθεση από τους αρχικούς στόχους των επαναστατημένων Ελλήνων, συστήθηκε ως προτεκτοράτο υπό την επιτροπεία των μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, που, αφού δολοφόνησαν τον Καποδίστρια, επέβαλαν γόνο της πρωσικής αυτοκρατορικής οικογένειας, τον Όθωνα, ως ηγεμόνα  και πρώτο βασιλέα των Ελλήνων. Εντύπωση, επίσης, προκαλεί η απουσία αναφοράς στην Αντίσταση και τον αντικατοχικό αγώνα του ελληνικού λαού κατά της Γερμανικής, Ιταλικής και Βουλγαρικής  Κατοχής του 1940-45, ενώ από την περίοδο αυτή η ύλη (του Λυκείου μόνο) θα εστιάζει  επιλεκτικά  στα γερμανικά αντίποινα. Καμιά επίσης αναφορά στο Διαφωτισμό, στα αναφαίρετα  δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη, στη σημασία της Αμερικανικής και Γαλλικής Επανάστασης, στο κύμα των ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1848, που σηματοδοτούν την εθνική αφύπνιση των λαών, ούτε βέβαια στην αρχή αυτοδιάθεσης των λαών, που επισφραγίζει το τέλος του Α παγκοσμίου Πολέμου.

Προπαντός, όμως, το υπουργείο δεν φαίνεται να  ενδιαφέρεται για τη συγκρότηση στη μαθητική σκέψη ενός βασικού ιστορικού κορμού, που θα επιτρέψει στον μαθητή  να ταξινομεί τις νέες γνώσεις, κατά χρονική αλληλουχία και βάση της ιστορικής σχέσης αιτίου – αποτελέσματος, ώστε να είναι σε θέση να συγκρίνει και κατ’ επέκταση να κρίνει. Ο βασικός αυτός κορμός γνώσεων, ως στοιχειώδης άξονας ιστορικών γνώσεων, ως γενικό πλαίσιο σύνδεσης, ταξινόμησης των γεγονότων, ουσιαστικά δε διδάσκεται. Συνεπώς, η διδασκαλία της ιστορικής συνέχειας καταργείται κι αντικαθίσταται από την αποσπασματικότητα των θεματικών κύκλων, που απομονώνουν ιστορικά ζητήματα από το γενικότερο πλαίσιο που τα προκάλεσε. Προβάλλονται  τα ζητήματα αυτά ως ασύνδετα κι αποκομμένα  από το ιστορικό πλαίσιο αναφοράς τους και τη σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Σκόρπιες πληροφορίες που θα καταγράφονται χαοτικά στο μυαλό των παιδιών, χωρίς τη δυνατότητα ένταξης, ταξινόμησής κι ερμηνείας τους.

Ας μην ξεχνάμε ότι η ανάδειξη της σχέσης αιτίου – αποτελέσματος αποτελεί τη βασική ιστορική αρχή διάκρισης του τυχαίου συμβάντος από το  ιστορικό γεγονός. Ενώ, η επιλογή του υλικού και η ταξινόμησή του κατά σειρά προτεραιοτήτων, αποτελεί το πρώτο στάδιο της ιστορικής ερμηνείας, υποδεικνύοντας τους στόχους και την οπτική του ιστορικού. Αρκετά στοιχεία υποδηλώνουν ότι οι προτεινόμενες αλλαγές  μας οδηγούν σε αχαρτογράφητα νερά.

Όπως αναδεικνύουν οι επιλογές των θεματικών φακέλων, ο στόχος της διδασκαλίας της ιστορίας μετατίθεται από την εθνική ιστορία στην τοπική και παγκόσμια ιστορία. Σε αυτό που χαρακτηρίζεται ως  «Δημόσια Ιστορία», σύμφωνα τουλάχιστον με μία από τις ερμηνείες του όρου που δίνονται. Ένας όρος άγνωστος σε πολλούς, που εισήχθηκε στην Ελλάδα πολύ πρόσφατα, μόλις πριν μερικά χρόνια, γνωρίζοντας ωστόσο μεγάλη διάδοση στους ακαδημαϊκούς κύκλους, όπου έγινε αρκετά δημοφιλής. Το ενδιαφέρον της ακαδημαϊκής κοινότητας μπορεί να δικαιολογηθεί, λόγω του ότι ο ίδιος ο όρος και το περιεχόμενο του δεν είναι με απόλυτη σαφήνεια προσδιορισμένα, από αρκετούς αμφισβητείται ακόμη και το αν αποτελεί «ιστορία» καθώς αντίκειται στην επίσημη, την ακαδημαϊκή ιστοριογραφία, προβάλλοντας τη δημόσια χρήση της ιστορίας, δηλαδή την άποψη που ο απλός κόσμος διαμορφώνει κι εκφράζει για διάφορα ιστορικά γεγονότα από μια ποικιλία πηγών, όπως  προφορική παράδοση, αρχειακό υλικό ιδιωτικού χαρακτήρα (ημερολόγια, απομνημονεύματα κλπ), κινηματογράφος, λογοτεχνία, διαδίκτυο και άλλα.

Ωστόσο, η πρωτοβουλία του Υπουργείου, όχι μόνο να εισάγει αυτού του τύπου την ιστορία στη δημόσια εκπαίδευση, αλλά  να πειραματιστεί αντικαθιστώντας με αυτήν καθ’ ολοκλήρου την διδασκαλία της σχολικής ιστορίας, αποτελεί αναμφισβήτητα πρωτοτυπία, παγκοσμίου ίσως εμβέλειας σε αχαρτογράφητα νερά και με απρόβλεπτες κι επικίνδυνες συνέπειες. Το πρόβλημα δεν είναι με την ίδια τη «Δημόσια Ιστορία» καθεαυτό, αλλά  κυρίως έγκειται: Πρώτον, στην προχειρότητα και την επιδερμικότητα με την οποία αυτή φαίνεται ότι μεταλαμπαδεύεται από το εξωτερικό και  εισάγεται – με τις στρεβλώσεις που γίνεται αντιληπτή – στη σχολική εκπαίδευση. Δεύτερον,  στο ότι οι πειραματισμοί αυτοί προωθούν εσκεμμένα επιλεκτικές, και κατ’ επέκταση μεροληπτικές,  ιστορικές ερμηνείες  προς εξυπηρέτηση συγκεκριμένων πολιτικών στόχων και σκοπιμοτήτων. Και τρίτον, στο ότι αυτός ο τύπος ιστορίας  διδάσκεται ως η μόνη ενδεδειγμένη ιστορική μέθοδος σε παιδιά κι εφήβους που δεν έχουν καν αντιληφθεί τι είναι ιστορία.

Για παράδειγμα, η ιστορία του ηρωϊκού θανάτου που διδάχτηκα, ως χωριστή θεματική ενότητα, στο πανεπιστήμιο, ήταν πράγματι αποκαλυπτική βοηθώντας με να κατανοήσω πώς και γιατί το κυρίαρχο σύστημα «κατασκευάζει» ήρωες (ακόμη και αν δεν είναι), όταν τα απαιτεί το  αφήγημα που προωθεί και στο οποίο στηρίζεται, ενώ, όταν αυτό δεν το επιτρέπει, πραγματικές ηρωϊκές πράξεις θάβονται στη λήθη, κι οι ήρωες χαρακτηρίζονται προδότες. Ωστόσο, για να μπορέσω να διεισδύσω στη γνώση αυτή ήταν προαπαιτούμενο να γνωρίζω σε βάθος και να έχω εμπεδώσει  μια σειρά ιστορικών περιόδων και γεγονότων, να έχω δηλαδή, ήδη κάνει κτήμα μου έναν βασικό σκελετό ιστορικής γνώσης, που είχα αποκτήσει στα μαθητικά μου χρόνια. Αν αυτός ο σκελετός ιστορικής γνώσης δεν προσφέρεται στους μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε τι θα οδηγήσει η σε βάθος ανάλυση επιμέρους ιστορικών θεμάτων και η σύγκρισή τους με επίκαιρα προβλήματα, αν όχι στη χειραγώγηση και στον αποπροσανατολισμό τους;

Το υπουργείο προβαίνει σε απερίσκεπτη, βιαστική και πρόχειρη υιοθέτηση διδακτικών πρακτικών, όταν καν δεν έχει απαντηθεί τεκμηριωμένα το βασικό ερώτημα: θα πρέπει η Δημόσια Ιστορία να εισαχθεί στην εκπαίδευση, κι αν ναι, σε ποια εκπαιδευτική βαθμίδα και πώς; Για παράδειγμα, η οπτική του Ρίχτερ ότι είναι ήρωες οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές και  τρομοκράτες ο κρητικός λαός που αντιστάθηκε  στη γερμανική εισβολή, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της δημόσιας ιστορίας, εφόσον υιοθετείται από κάποιες κοινωνικές ομάδες. Το αντικείμενο αυτό όμως είναι θεμιτό να διδάσκεται σε σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Κρήτη ειδικότερα, και γενικότερα στην Ελλάδα, και μάλιστα ως η μόνη ιστορική εκδοχή;

Η ιστορία δεν ταυτίζεται με την ταυτότητα ενός λαού, όταν επιδιώκουμε να διαμορφώσουμε λαό χωρίς ταυτότητα, χωρίς ιστορική μνήμη, χωρίς πολιτισμική παράδοση. Η επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων που δεν έχουν ενταχθεί σε ένα γενικότερο πλαίσιο αναφοράς, που δεν ερμηνεύονται με βάση τη σχέση αιτίου-αποτελέσματος προκαλεί σύγχυση. Όταν μάλιστα οι απαιτήσεις μας από τους μαθητές είναι αφενός πέραν των ηλικιακών τους δυνατοτήτων κι αφετέρου δεν αποτελούν φυσική απόρροια  δεξιοτήτων που έχουν εμπεδώσει, τότε προκαλεί απέχθεια, αποστροφή. Κι η αποστροφή για την ιστορία σημαίνει λήθη της ιστορίας. Κι ο λαός που ξεχνά την ιστορία του είναι καταδικασμένος σε ιστορική αφάνεια, σε ιστορική λήθη.

Αν η μέχρι σήμερα διδασκαλία της ιστορίας είναι ανεπαρκής και θεωρείται ότι δυσκολεύει τους μαθητές γιατί δεν έχουν εξοικείωση με την ιστορική σκέψη, αυτό που τώρα επιχειρείται με τη βίαιη  υιοθέτηση  μιας ανορθόδοξης – όπως προσπάθησα να καταδείξω- διδακτικής μεθόδου είναι η κατάργηση της ιστορίας και η αντικατάστασή της από μια μυθοπλαστική προπαγάνδα που εξυπηρετεί την παγκοσμιοποίηση. Οι προτεινόμενες αλλαγές δεν έχουν να κάνουν ούτε με «αριστερή», ούτε με «δεξιά» στροφή στη μελέτη και διδασκαλία της ιστορίας, αλλά με μια στροφή σύμφωνη με τις επιταγές της Νέας Τάξης και τα συμφέροντα της Παγκοσμιοποίησης.

Επιχειρείται η ελκυστική διδασκαλία της ιστορίας ως αφήγημα, αλλά  όχι ως επιστήμη που οφείλει αποστασιοποιημένα κι αμερόληπτα να φωτίζει όλες τις οπτικές αναδεικνύοντας τις αιτίες των γεγονότων, προβάλλοντας ιστορικές ερμηνείες που όχι μόνο θα μας βοηθήσουν να συσχετίσουμε το παρόν με το παρελθόν, αλλά θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε το παρόν. Είναι γνωστό ότι πάντοτε η ιστορία γράφεται από τους ισχυρούς, και το ίδιο ισχύει κι εδώ. Παρότι η προτεινόμενη από το Υπουργείο διδακτέα ύλη φαίνεται ότι εστιάζει σε  κοινωνικές ομάδες είτε ανίσχυρες (δούλοι, γυναίκες, παιδιά, ξένοι, μετανάστες), είτε μη προβαλλόμενες (επιστήμονες, καλλιτέχνες, τεχνίτες, στρατιώτες), λειτουργεί και πάλι προπαγανδιστικά εξυπηρετώντας τις ανάγκες της παγκοσμιοποίησης. Έχουμε απλά  αντικατάσταση της προπαγάνδας! Μια προπαγάνδα που δεν είναι ούτε διεθνιστική, ούτε αντεθνιστική, αλλά εθνομηδενιστική. Διότι, μια διεθνιστική ιστορία θα πρόβαλλε και θα συνυπολόγιζε τις εθνικές ιστορίες άλλων λαών. Τώρα, όμως, η ιστορία δεν προβάλλεται ως υπόθεση λαών, αλλά ως υπόθεση μεμονωμένων κοινωνικών ομάδων. Τα λαϊκά, πατριωτικά χαρακτηριστικά εξοβελίζονται, όπως πετάγεται και το χρώμα του λαϊκού πολιτισμού. Ο λαός ως δημιουργός της ιστορίας εξαφανίζεται, και γίνεται χειραγωγούμενο υποκείμενό ασαφών κι απροσδιόριστων παραγόντων εκ των άνωθεν. Κι ενώ αποσιωπούνται χαρακτηριστικά παραδείγματα δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας –χαρακτηριστική περίπτωση η κυβέρνηση του Βουνού, καρπός της εθνικής Αντίστασης κατά της Γερμανικής Κατοχής-, προβάλλονται από την άλλη συγκεντρωτικά συστήματα αυτοκρατορικής εξουσίας, όπως της Ρώμης.

Ο ίδιος ο Υπουργός παραδέχεται ότι με το νέο αυτό εγχείρημα σχεδιασμού του μαθήματος της Ιστορίας «αλλάζει πράγματι το υλικό σε πολύ σημαντικό αντικείμενο της σχολικής εκπαίδευσης», ότι «έχουμε την πρώτη κρίσιμη παρέμβαση» εξορθολογισμού, αναμόρφωσης και εκσυγχρονισμού της ύλης και των προγραμμάτων σπουδών της σχολικής ιστορίας, που θα ακολουθήσουν κι άλλα αντικείμενα. Ότι  αυτή η νέα πρόταση, που βασίστηκε σε προηγούμενη συζήτηση με την κοινότητα ( άραγε ποια κοινότητα εννοεί, με ποιους έγινε η συζήτηση; διότι οι καθηγητές δεν ρωτήθηκαν), είναι συστηματική, έχει μια ενιαία λογική και οικοδομεί μια νέα αντίληψη περί ιστορίας. Η νέα αυτή πρόταση περί διδακτικής της ιστορίας εντάσσεται στη φιλοσοφία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του «Νέου Σχολείου», που  σχεδιάζεται κι οργανώνεται  καθ’ όλη τη διάρκεια της  μνημονιακής κατοχής της χώρας μας. Η ανθρωπιστική παιδεία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας  παραγκωνίζεται, η γνώση της ελληνικής γλώσσας υποβαθμίζεται κι η ιστορία απλοποιείται κι «εκσυγχρονίζεται» για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του παρόντος, της Παγκοσμιοποίησης.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, και προκειμένου να προωθηθούν τα οικονομικά συμφέροντα των Αγορών και τα γεωστρατηγικά  και στρατιωτικά συμφέροντα των νεοαποικιακών συσχετισμών, είναι απαραίτητες οι  συνοριακές αναδιατάξεις, τα διαπερατά σύνορα, τα υβριδικά κρατίδια δορυφόροι, οι μεταναστευτικές ροές κατ’ αναλογία των μεταναστευτικών πουλιών, χωρίς πολιτικές αιτίες. Και βέβαια, για να προωθηθούν όλα αυτά είναι απαραίτητη και η επαναδιατύπωση της ιστορίας. Η  ιδέα του κυρίαρχου έθνους κράτους θα πρέπει να σβηστεί και μαζί του η συλλογική ταυτότητα των λαών που τα συγκροτούν. Η  συλλογική ιστορική μνήμη να μην μεταβιβαστεί στις νεότερες γενιές, αλλά να καταδικαστεί σε ιστορική λήθη. Κι η εκπαίδευση αποτελεί βασικό εργαλείο  για την επίτευξη των στόχων αυτών!

Μετά από οκτώ χρόνια οικονομικής υποδούλωσης,  που, από το 2010 ως σήμερα,  μάς έχουν επιβάλει οι «εταίροι» και δανειστές μας  σε αγαστή συνεργασία με τις δοσίλογες ελληνόφωνες κυβερνήσεις, έχει παράλληλα επιβληθεί στον υπό γενοκτονία ελληνικό λαό καθεστώς πολιτικής, ηθικής και πολιτισμικής υποταγής. Ορθότερα, επιχειρείται μεθοδευμένα ο  αφανισμός  της πολιτισμικής του ταυτότητας και της ιστορικής του μνήμης! Κατ’ απαίτηση των δανειστών, και παράλληλα με τις αλλαγές  της  διδασκαλίας της σχολικής ιστορίας, η πολιτισμική  κληρονομιά του ελληνικού λαού εκχωρήθηκε στο υπερταμείο∙ παραχωρήθηκε ως εθνικό προσδιοριστικό το όνομα της «Μακεδονίας» και το ιστορικό, αρχαιολογικό και πολιτισμικό της υπόβαθρο στα σλαβοαλβανικά Σκόπια, ένα υβριδικό κρατίδιο των νατοϊκών και αμερικανικών συμφερόντων∙  τα βιβλία της ιστορίας της ΠΓΔΜ και της Ελλάδας θα επανεξεταστούν από  διεπιστημονική επιτροπή εμπειρογνωμόνων των δύο χωρών, η οποία θα εισηγηθεί αλλαγές δεσμευτικές στην περίπτωση εφαρμογής της συμφωνίας των Πρεσπών.  Η ελληνικότητα της Μακεδονίας προπαγανδίζεται ως φαντασίωση από κυβερνητικούς επιστήμονες, σκοπιανοί  «ιστορικοί»  μιλούν για «κατεχόμενη Μακεδονία» απαιτώντας από την Ελλάδα  αποζημίωση (3.000 δις ευρώ), κι αλβανοί «ιστορικοί» υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει ελληνικό γένος. Η ελληνική κυβέρνηση  έχει συναινέσει  όχι μόνο στην αναθεώρηση, παραποίηση και διαστρέβλωση της ελληνικής ιστορίας, που επιτάσσουν τα αφεντικά της, αλλά και στην καθαίρεση της ιστορικής μνήμης του ελληνικού λαού.

Το σύστημα, που οι δοσίλογες κυβερνήσεις της Ελλάδας υπηρετούν από το 2010, μας διακηρύσσει με χίλιους τρόπους  όχι μόνο ότι ως λαός  δεν είμαστε άξιοι συνεχιστές της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς (βασικό επιχείρημα των αποικιοκρατικών δυνάμεων απέναντι στους λαούς των αποικιών τους ήδη από τον 19ο αιώνα), αλλά ούτε  η χώρα αυτή μας ανήκει.  Στηρίζουν την προπαγάνδα της υποδούλωσης και της υποταγής στο αφήγημα ενός  χρέους, το οποίο όμως στην πραγματικότητα είναι απεχθές και προπαντός  παράνομο, καθώς, εφαρμόστηκε με μνημόνια και δανειακές συμβάσεις που είναι άκυρα, γιατί στηρίζονται σε σχέδια νόμων, καταστρατηγώντας τόσο το εθνικό συνταγματικό όσο και το Διεθνές Δίκαιο. Γι’ αυτό όλο το πολιτικό σύστημα και το διοικητικό προσωπικό που συνεργάζεται μαζί του, από το 2010 ως σήμερα, είναι υπόλογο εσχάτης προδοσίας. Εναντίον αυτού του συστήματος μια πολιτική δύναμη, το Ενιαίο Παλαϊκό Μέτωπο (Επάμ), έχει καταθέσει μήνυση- έγκληση, επιδιώκοντας όχι μόνο την απόδοση ποινικών ευθυνών και την τιμωρία των ενόχων, αλλά κυρίως την αποκατάσταση της συνταγματικής έννομης τάξης, την ανάκτηση της εθνικής μας κυριαρχίας-ανεξαρτησίας και τη μονομερή διαγραφή και καταγγελία του παράνομου χρέους.

Δε μπορούμε να μη θυμηθούμε τα λόγια του Σεφέρη, που είναι τόσο επίκαιρα στις μέρες μας:
«Είμαστε ένας λαός με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη; Θα το παραδεχτούμε τάχα να γίνουμε απόκληροι;»

Η επιλογή είναι δική μας!  Είναι του ελληνικού λαού!


Δημοσιεύματα από όπου αντλήθηκαν οι πληροφορίες για τις προτεινόμενες αλλαγές



H Eλένη Γούλα (φιλόλογος στη Μ. Εκπαίδευση & αρχαιολόγος-ιστορικός) είναι μέλος του ΕΠΑΜ.

Ολόκληρο το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε στο epamhellas.gr 
ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ