Η Ιστορία του Μεγαλύτερου Έλληνα Αγωνιστή

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018



Την Πρωτομαγιά του 1976, ο Αλέκος Παναγούλης σκοτώθηκε σε ένα ύποπτο τροχαίο στην λεωφόρο Βουλιαγμένης. Λίγα χρόνια πριν, είχε κάνει απόπειρα δολοφονίας εναντίον του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Αυτή είναι η ιστορία της ζωής του.

Μάιος του 1976. Για την ακρίβεια, ξημερώνει Πρωτομαγιά. Το τηλέφωνο της Αθηνάς Παναγούλη χτυπά. «Είσθε η κ. Παναγούλη;», τη ρωτά μία ανδρική φωνή. «Ναι», απαντά. Η φωνή την ενημερώνει ότι ο γιος της, ο βουλευτής Αλέξανδρος Παναγούλης, είχε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα. Σπεύδει στο νοσοκομείο μαζί με ένα φίλο του. Τρέχει στο χειρουργείο. «Είμαι η μητέρα του», λέει στον γιατρό που συναντά μπροστά της. «Δεν μπορείτε να μπείτε», της απαντά. Εκείνη σταματά. «Γιατρέ, μήπως είναι νεκρός;». «Κυρία Παναγούλη, εγώ απλώς διαπίστωσα τον θάνατό του».

Η Αθηνά Παναγούλη καταρρέει. Μια καθαρίστρια μουρμουρά: «Παναγιά μου, τι έχει να γίνει αύριο που φάγανε το παιδί». Ξημερώνει . Η Αθήνα βοά συνθήματα: «Ο λαός δεν ξεχνά, οργανώνεται, νικά», «Ο Παναγούλης ζει».

Δεκαεφτά ώρες αργότερα, στην Αθήνα φθάνει η σύντροφός του, η διάσημη Ιταλίδα δημοσιογράφος Oriana Fallaci. Αδύνατη και νευρώδης, καπνίζει συνεχώς. Μπαίνει στο νεκροτομείο.


«Ήταν το ίδιο σαν να ήθελα να ζεστάνω ένα μαρμάρινο άγαλμα με το σχήμα, τα χαρακτηριστικά και τη θύμηση αυτού που ήσουν ως πριν από δεκαεφτά ώρες, και μια ανίσχυρη οργή με διαπέρασε, μια βεβαιότητα με τη γεύση του μίσους: δεν σε είχαν σκοτώσει τυχαία, δεν σε είχαν σκοτώσει από λάθος, σε είχαν σκοτώσει, για να μην τους ενοχλείς πια», γράφει στο βιβλίο Ένας άντρας (εκδ. Εξάντας) που αφιέρωσε στον Αλέκο Παναγούλη.
Είχε στα χέρια του μέρος των αρχείων της ΕΣΑ. Ετοιμαζόταν να κάνει σοβαρές αποκαλύψεις για τις σχέσεις κορυφαίων πολιτικών με τη Χούντα. Στις 2 Ιουλίου του 1976, θα γινόταν 37 ετών
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης, ο άνθρωπος που είχε προσπαθήσει να δολοφονήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, ο παρολίγον τυραννοκτόνος, είχε βρει τον θάνατο στην αρχή της λεωφόρου Βουλιαγμένης, στις 1:58 π.μ. Άλλοι μιλούν για δυστύχημα και άλλοι για μια προμελετημένη δολοφονία. Είχε στα χέρια του μέρος των αρχείων της ΕΣΑ. Σύμφωνα με τη Fallaci, επρόκειτο να προβεί σε σοβαρές αποκαλύψεις για τις σχέσεις κορυφαίων πολιτικών με τη Χούντα. Στις 2 Ιουλίου του 1976, θα γινόταν 37 ετών.

Έχουν περάσει 48 ώρες μετά τον θάνατό του, όταν η Fallaci βρίσκει κάτω από το προσκέφαλό του ένα χαρτάκι με τα λόγια του Σωκράτη προτού θανατωθεί. «Είναι πλέον ώρα να πηγαίνουμε, εγώ μεν για το θάνατο, εσείς δε για τη ζωή, ποιοι από τους δύο πάνε προς το καλύτερο, μόνο ο Θεός το ξέρει». Υπάρχει και ένα ποίημά του. Ένας στίχος γραφεί: «Το τέλος μου θα 'ρθει έτσι όπως το θέλουν αυτοί που έχουν την εξουσία».


Στη διάρκεια της δίκης του τον Νοέμβριο του 1968 για την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου.

Ο Αλέκος Παναγούλης γεννιέται στις 2 Ιουλίου του 1939 στην Αθήνα. Ο πατέρας του, Βασίλης, αντισυνταγματάρχης στο Πεζικό, είναι φιλελεύθερος, κεντρώος, όπως και η μητέρα του, Αθηνά. Ο Αλέξανδρος είναι το μεσαίο παιδί της οικογένειας. Ο μεγάλος του αδελφός Γιώργος γεννιέται το 1938 και ο μικρός του αδελφός Στάθης το 1946. Τα τρία αγόρια είναι ζωηρά. Στο βιβλίο Αλέξανδρος Παναγούλης: Πρόβες Θανάτου του δημοσιογράφου Κώστα Μαρδά, ο Στάθης αφηγείται ένα χαρακτηριστικό περιστατικό για τον αδελφό του Αλέκο: «Μια φορά, όταν χτίζαμε το σπίτι, ο Αλέκος πειράχτηκε τόσο πολύ, επειδή τον μάλωσαν μπροστά σε κόσμο οι γονείς μας για κάποια αταξία, που πήγε και έμεινε το βράδυ σε μια σπηλιά στον Υμηττό, πάνω από τη Γλυφάδα».

Το 1957, ο Παναγούλης -μαθητής ακόμη- διαδηλώνει για το Κυπριακό. Το 1960 εισάγεται στη Σχολή Ηλεκτρολόγων-Μηχανολόγων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Εκλέγεται εκπρόσωπος της σχολής ως στέλεχος της νεολαίας της Ένωσης Κέντρου και το 1961 αναδεικνύεται μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της Οργάνωσης Νέων Ενώσεως Κέντρου (ΟΝΕΚ). Παράτολμος, προκαλεί την Ασφάλεια.
Ξημερώνει Τρίτη 13 Αυγούστου. Ο Αλέξανδρος Παναγούλης είναι έτοιμος να δολοφονήσει τον Παπαδόπουλο. Στο 31ο χιλιόμετρο της παραλιακής οδού Αθηνών-Σουνίου η ενέδρα στήνεται.
Ο Γιάννης Δράκος, φοιτητής τότε του Παντείου, αφηγείται στο βιβλίο του Μαρδά το περιστατικό που έμελλε να κάνει τον Αλέκο Παναγούλη πρωτοσέλιδο για πρώτη φορά στις εφημερίδες: «Άνοιξη του 1962. Ο Ανένδοτος Αγώνας σε έξαρση. Με τον Αλέκο γράψαμε το βράδυ το σύνθημα 114 – το άρθρο του Συντάγματος που ανέθετε την τήρησή του στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Αφού γεμίσαμε τους τοίχους της πλατείας Κοτζιά, πήγαμε προς στο Μοναστηράκι, σε μια παραδοσιακή υπόγεια ταβέρνα. Ήπιαμε το κρασάκι μας και ανηφορίσαμε προς την Πλάκα, οπότε βλέπουμε από μακριά να πλησιάζουν αστυνομικοί, κάνοντας έλεγχο ταυτοτήτων. Τους είπα να τους αποφύγουμε. Ο Αλέκος αρνήθηκε. Εγώ κρύφτηκα».

Ο,τι απέμεινε από το τρακαρισμένο Fiat Mirafiori που οδηγούσε ο Αλέξανδρος Παναγούλης. Το αυτοκίνητο ήταν δώρο της Οριάνας Φαλάτσι.
Η συνέχεια ήταν επεισοδιακή. Ο αστυνομικός λέει στον Παναγούλη: «Και μη μου πεις πως είσαι από αυτούς που γράφουν συνθήματα…». «Όλη η Ελλάδα φωνάζει 114. Όσοι δεν το φωνάζουν ή δεν το γράφουν είναι φασίστες και μαλάκες, όπως εσύ!», του απαντά.

Οι αστυνομικοί ορμούν πάνω του. Τον χτυπούν και τον οδηγούν στο κρατητήριο. Τον αφήνουν ελεύθερο την επόμενη ημέρα. Ο Παναγούλης υποβάλει μήνυση για παράνομη κράτηση. Οι εφημερίδες δημοσιεύουν φωτογραφία που τον δείχνει χτυπημένο. Η Αστυνομία ανακοινώνει: «Εν κραιπάλη μέθη διατελών, παρατηρηθείς ευγενικώς υπό οργάνων της τάξεως ήρχισε να κτυπά την κεφαλήν του επί του κρασπέδου και αυτοτραυματισθείς κατήγγειλεν την Αστυνομία διά να την εκθέσει». Nαι, οι «ζαρντινιέρες» δεν αποτελούν πρόσφατη ανακάλυψη…

Ο Γιάννης Δράκος αναφέρει ότι ο Παναγούλης είχες επαφές με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Θυμάται χαρακτηριστική συνάντησή τους στο Καστρί, όπου συζήτησαν για τις πολιτικές εξελίξεις. «Ιωάννη και Αλέξανδρε, όταν το ζήτημα είναι πολιτικόν, τη λύσιν δίδουν αι κάλπαι. Όταν εις την ατμόσφαιραν πλανάται πολιτειακόν –και τούτο συμβαίνει τώρα– τη λύσιν τη δίδουν δυστυχώς οι στρατώνες. Και τους στρατώνας τους ελέγχει ο αντίπαλος. Η Δημοκρατία είναι άοπλος. Ακόμη και οι κομμουνισταί είναι άοπλοι».

Το 1966 ο Παναγούλης διακόπτει την αναβολή του και παρουσιάζεται στον Στρατό. Υποψιάζεται ότι η δικτατορία πλησιάζει. «Πρέπει να δημιουργήσουμε δίκτυο», αναφέρει. «Να καλέσουμε τον λαό σε αντίσταση». Τελικά, νύχτα 20ης προς 21ης Απριλίου του 1967 τα τανκς κινούνται και οι Συνταγματάρχες καταλαμβάνουν την εξουσία με πραξικόπημα. Στις 30 Μαΐου, ο Αλέκος Παναγούλης λιποτακτεί από τον Στρατό. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Κώστα Μαρδά, σχεδίαζαν αντικίνημα, μαζί με τον μεγάλο του αδελφό.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης και η Οριάνα Φαλάτσι σε ευτυχισμένες στιγμές.

Όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια για τον Γιώργο Παναγούλη. Λιποτακτεί και εκείνος, όπως ο Αλέκος. Ως άριστος κομάντο περνά τον Σεπτέμβριου του 1967 κολυμπώντας από τον Έβρο στην Τουρκία. Παρουσιάζεται στην ιταλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης και ζητά πολιτικό άσυλο. Δεν έχει διαβατήριο και του το αρνούνται. Φθάνει στη Συρία. Επισκέπτεται την εκεί ιταλική πρεσβεία και τη δανέζικη. Η απάντηση και πάλι δεν είναι θετική. Ύστερα, περνά στον Λίβανο - από εκεί σκοπεύει να μπαρκάρει για Ιταλία. Τελικώς, πιστεύει ότι από το Ισραήλ, θα είχε καλύτερη πρόσβαση στην Ευρώπη. Παρουσιάζεται στις ισραηλινές αρχές. Του απαγγέλλεται κατηγορία για παράνομη είσοδο. Συναντάται με τον ελληνικό πρόξενο στη Χάιφα και έτσι οι Ισραηλινοί πείθονται ότι δεν είναι κατάσκοπος των Αράβων. Ο πρόξενος του προτείνει να του προμηθεύσει εισιτήριο, για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Έχοντας πάρει laissez-passer επιβιβάζεται στο υπερωκεάνιο « Άννα Μαρία». Η Χούντα πληροφορημένη στέλνει πράκτορες. Τον κλειδώνουν στην καμπίνα του νοσοκομείου του πλοίου. Όταν το πλοίο φθάνει κοντά στην Αίγινα, τα ίχνη του χάνονται. Οι πιο πολλοί έκαναν τότε λόγο για «δολοφονία των χουντικών», άλλοι, ωστόσο, είπαν ότι επιχείρησε να δραπετεύσει, πηδώντας από το πλοίο στη θάλασσα. Το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ.
Ο Παναγούλης προμηθεύεται υλικά και εκπαιδεύεται στην τοποθέτηση βομβών
Ο Αλέκος Παναγούλης έχει ήδη ξεκινήσεις να μηχανεύεται τη δολοφονία του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου. Με το διαβατήριο του Κύπριου φοιτητή Χριστάκη Ζώππου, φεύγει για Κύπρο. Ζει κυνηγημένος. Γνωρίζεται με τον νεαρό δικηγόρο Ανδρέα Παναγιώτου, στον οποίο αρχικά δεν αποκαλύπτει την πραγματική του ταυτότητα. Τελικά, μέσω αυτού έρχεται σε επαφή με τον αρχικό διώκτη του, τον υπουργό Εσωτερικών και Άμυνας της Κύπρου, Πολύκαρπο Γιωρκάτζη. Συναντιέται μαζί του και ο υπουργός αποφασίζει να τον βοηθήσει. Κανείς δεν γνωρίζει τα πραγματικά του κίνητρα: Άλλοι θέλουν τον υπουργό, θυμωμένο από την πολιτική των Συνταγματαρχών στο Κυπριακό, να αποφασίζει να στραφεί εναντίον τους, σύμφωνα όμως με το βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη Δύο απόπειρες και μια δολοφονία. Η χούντα και η Κύπρος, 1967-1970 (εκδ. Αλφάδι), ο Γιωρκάτζης έδρασε ως σύμμαχος της χουντικής «σκληροπυρηνικής πτέρυγας» των Ιωάννη Λαδά, Κώστα Ασλανίδη και του μετέπειτα δικτάτορα Δημητρίου Ιωαννίδη.

Όπως και να έχει, ο αμφιλεγόμενος υπουργός προμηθεύει στον Παναγούλη διαβατήριο με το όνομα «Μάριος Ανδρέου». Ο Παναγούλης φεύγει αρχικά για τη Βυρηττό και τελικώς φθάνει στη Ρώμη, όπου και τον περιμένει ο αδελφός του Στάθης.

Ο Νίκος Νικολαΐδης , γενικός γραμματέας της Ελληνικής Δημοκρατικής Νεολαίας (ΕΔΗΝ), αφηγείται στο βιβλίο Αλέξανδρος Παναγούλης: Πρόβες Θανάτου: «Μου εκμυστηρεύθηκε τα σχέδιά του. Ο μόνος τρόπος να ρίξουμε τη χούντα, μας είπε, είναι να οργανώσουμε αντίσταση τύπου ΕΟΚΑ. Διείσδυση παντού. Χτυπήματα παντού. Να παραλύσει η κυκλοφορία στην Αθήνα με καρφιά στους κεντρικούς δρόμους. Ανατίναξη στύλων της ΔΕΗ. Φωτιές».
Η συνοδεία ξαναφάνηκε. Πλησιάζει. Πλησιάζει πάντοτε πιο πολύ. Το μαύρο αυτοκίνητο μεγαλώνει. Το χέρι μου κάνει την επαφή. Πετάγεται ένας μεγάλος σωρός από χώματα και πέτρες. Οι νάρκες έχουν εκραγεί. Εγώ το έκανα
Στις 14 Μαΐου του 1968, φθάνει στη Ρόδο ως Μάριος Ανδρέου. Πηγαίνει στην Αθήνα και ξεκινάει να οργανώνει την ομάδα του. Συναντιέται με τον Γιωρκάτζη, σύμφωνα με τη μαρτυρία του πολιτικού μηχανικού Γιάννη Κλωνιζάκη, στο σπίτι του οποίου διέμεινε ο Παναγούλης. Στις 8 Ιουνίου του 1968, επιστρέφει στη Ρώμη και από εκεί πετά στην Κύπρο. Ο Νίκος Νικολαΐδης θυμάται ότι ο Γιωρκάτζης τους οδηγεί σε αποθήκες του Στρατού. Ο Παναγούλης προμηθεύεται υλικά και εκπαιδεύεται στην τοποθέτηση βομβών. Ο Γιωρκάτζης υπόσχεται να του στείλει τα εκρηκτικά στην Αθήνα, μέσω του διπλωματικού σάκου της κυπριακής πρεσβείας.

Στις 11 Ιουλίου του 1968, ο Αλέκος Παναγούλης επιστρέφει στη Ρώμη. Μιλά για το σχέδιο δολοφονίας του Παπαδόπουλου. Στις 17 Ιουλίου του 1968, φθάνει στην Αθήνα. Ο πυρήνας της ομάδας δημιουργείται. Η ομάδα οργανώνεται. Ξημερώνει Τρίτη 13 Αυγούστου. Ο Αλέξανδρος Παναγούλης είναι έτοιμος να δολοφονήσει τον δικτάτορα. Στο 31ο χιλιόμετρο της παραλιακής οδού Αθηνών-Σουνίου η ενέδρα στήνεται. Κάτω από τον δρόμο υπήρχε ένας οχετός–γέφυρα. Εκεί τοποθετείται ο εκρηκτικός μηχανισμός.

Στη διάρκεια της δίκης του τον Νοέμβριο του 1968 για την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου.

Σε δακτυλογραφημένο κείμενό του περιγράφει την απόπειρα δολοφονίας: «Μπροστά είναι οι μοτοσικλετιστές, αμέσως κατόπιν ένα αυτοκίνητο της Αστυνομίας, πίσω το αυτοκίνητο της Ασφάλειας. Στη μέση το αυτοκίνητο που με ενδιαφέρει. Ένα αυτοκίνητο μαύρο. Χάθηκαν πάλι σε μια στροφή του δρόμου. Σηκώνομαι λίγο, για να δω πότε θα περάσει τη στροφή. Χαίρομαι που το χέρι μου, που κρατάει το καλώδιο, δεν τρέμει καθόλου. Δεν ξέρω γιατί, σκέφτομαι, αν εγώ ίδιος έβλεπα μια τέτοια σκηνή σε κάποια κινηματογραφική ταινία, θα ήμουνα γεμάτος αγωνία. Τα μάτια μου πάντα καρφωμένα στον δρόμο. Η συνοδεία ξαναφάνηκε. Πλησιάζει. Πλησιάζει πάντοτε πιο πολύ. Το μαύρο αυτοκίνητο μεγαλώνει. Το χέρι μου κάνει την επαφή. Πετάγεται ένας μεγάλος σωρός από χώματα και πέτρες. Οι νάρκες έχουν εκραγεί. Εγώ το έκανα, εγώ που δεν μπορώ να σκοτώσω άνθρωπο. Εγώ που πρέπει, έπρεπε, να σκοτώσω τον τύραννο».

Η μητέρα του Αθηνά και η σύντροφός του Οριάνα Φαλάτσι στην κηδεία του στις 5 Μαΐου του 1976.

Η απόπειρα αποτυγχάνει. Ο Παπαδόπουλος είναι ζωντανός. Ο Αλέκος Παναγούλης βουτά στη θάλασσα. Δεν τον έχουν αντιληφθεί. Οι αστυνομικοί τρέχουν αναστατωμένοι. Ο ίδιος προσπαθεί να φτάσει στη βενζινάκατο που τον περιμένουν οι σύντροφοί του. Βλέπει, όμως, τη βενζινάκατο να απομακρύνεται. Η εντολή που είχε δώσει στους συντρόφους του ήταν σαφής: «Να περιμένετε πέντε λεπτά, όχι περισσότερο». Δεν απελπίζεται. Υπήρχε εναλλακτικό σχέδιο να κρυφτεί στα βράχια. Φορά μονάχα το μαγιό του. Μπαίνει σε μια μικρή σπηλιά. Μένει εκεί για δύο ώρες.
Τα βασανιστήριά του ξεκινούν. Δεν απαντά σε καμία ερώτηση. Τον χτυπούν. Τον καίνε με τσιγάρα. «Μίλα, δολοφόνε».
Η Αστυνομία σαρώνει την περιοχή. Η τύχη δεν είναι με το μέρος τους. Ο ίδιος περιγράφει: «Ακριβώς πάνω από τη σπηλιά που κρυβόμουνα, στεκόταν ένας αξιωματικός της Χωροφυλακής. Τον άκουσα να λέει: "Δεν είναι εδώ. Ας ρίξουμε ακόμη μια ματιά πίσω από εκείνους του θάμνους και έπειτα θα στρέψουμε αλλού την έρευνά μας. Αλλά τη στιγμή που απομακρυνόταν, γλίστρησε και έπεσε στον βράχο… μπροστά στο κρησφύγετό μου. Με είδε αμέσως».

Τα βασανιστήριά του ξεκινούν. Δεν απαντά σε καμία ερώτηση. Τον χτυπούν. Τον καίνε με τσιγάρα. «Μίλα, δολοφόνε». Αρχικά οι χουντικοί θεωρούν ότι πρόκειται για τον αδελφό του, τον Γεώργιο Παναγούλη. Θα χρειαστούν να περάσουν άλλες 30 ώρες, για να καταλάβουν ότι είχαν κάνει λάθος.

Ο Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος, διοικητής Διώξεως του ΕΑΤ/ΕΣΑ ουρλιάζει ότι είναι δικός του. Τον οδηγούν στο Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Στρατιωτικής Αστυνομίας . Τον βγάζουν φωτογραφία με το μαγιό. Η ανάκριση ξεκινά. Ο Παναγούλης δεν σπάει. Δεν καταδίδει τους συντρόφους του.
Χτυπάνε σαν μανιακοί. Είναι μανιακοί. Με βρίζουν με τις χειρότερες λέξεις. Με τη γλώσσα στεγνωμένη, προσπαθώ να πετάξω καμιά βρισιά να εξαγριώσω τον Θεοφιλογιαννάκο
Ο ίδιος περιγράφει: «Αυτός που μου κρατάει το κεφάλι αρχίζει να το χτυπάει στον τοίχο. Χτυπάνε σαν μανιακοί. Είναι μανιακοί. Με βρίζουν με τις χειρότερες λέξεις. Με τη γλώσσα στεγνωμένη, προσπαθώ να πετάξω καμιά βρισιά να εξαγριώσω τον Θεοφιλογιαννάκο. Αρπάζει το κλομπ από τον Μπάμπαλη και αρχίζει να με χτυπάει παντού, μέχρις ότου το σώμα μου δεν αντιδράει στα χτυπήματα. Το αίμα δεν κυκλοφορεί πια. Τα σίδερα του κρεβατιού έχουν μπει στο σώμα και ο πόνος φαίνεται σαν βελονιές. Αισθάνομαι να παραλύω. Πότε θα τελειώσει; Ένα χέρι μου φράζει το στόμα. Μου κλείνουν τη μύτη και το στόμα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Είναι το πιο οδυνηρό μαρτύριο. Χτυπήστε με όσο θέλετε, αλλά μην με πνίγετε, σκέφτομαι και συγκεντρώνω κάθε υπόλοιπο δύναμης. Πάλι το χέρι που μου φράζει το στόμα. Πνίγομαι. Πνίγομαι… Μια κραυγή. Ένα χέρι που είναι κοντά μου το δαγκώνω. Είναι ο Θεοφιλογιαννάκος. Μετά ένας λήθαργος».
Μου κλείνουν τη μύτη και το στόμα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Είναι το πιο οδυνηρό μαρτύριο. Χτυπήστε με όσο θέλετε, αλλά μην με πνίγετε, σκέφτομαι και συγκεντρώνω κάθε υπόλοιπο δύναμης
Την ίδια ημέρα, ο Γενικός Διευθυντής Τύπου και Πληροφοριών Βύρων Σταματόπουλος ενημερώνει τους δημοσιογράφους. Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος της «Ελλάς – Ελλήνων – Χριστιανών», με εκείνη τη σχεδόν τσιριχτή, κωμική φωνή του δηλώνει: «Προσωπικώς πιστεύω ότι, όταν είναι από τον Θεό να αφαιρεθεί η ζωή ενός ανθρώπου, δεν εξαρτάται τίποτε πλέον από τους ανθρώπους και ημπορείτε να είσθε βέβαιοι ότι η ζωή μου, όσον ο Θεός που είναι φιλέλλην τη συναρτά με το συμφέρον της Ελλάδος, θα είναι εν ασφάλεια». Στον τόπο που διεξήχθη η απόπειρα δολοφονίας στήνεται ένα εικονοστάσι της Παναγίας.

Ο Αλέκος Παναγούλης (δεξιά) μαζί με τη μητέρα του Αθηνά και τον αδελφό του Στάθη.

Οι συνεργοί του Παναγούλη σιγά-σιγά συλλαμβάνονται. Η δίκη ορίζεται για τη Δευτέρα 4 Νοεμβρίου του 1968.

Ο δημοσιογράφος Κώστας Μαρδάς γράφει: «Παρά τα φρικτά βασανιστήρια, ο Αλέκος Παναγούλης δεν ομολόγησε. (…) Λόγω της απεργίας πείνας, τον μετέφεραν στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Όταν είδαν και αποείδαν, μπήκε στο δωμάτιό του ο διοικητής της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας, ταξίαρχος Δημήτρης Ιωαννίδης. Ο φόβος και ο τρόμος της υπηρεσίας. Ο άνθρωπος με τα φιδίσια μάτια. Ο παντεπόπτης των βασανιστηρίων. Ο "ακέραιος εθνικιστής". Τον κοίταξε διερευνητικά. Με μίσος. Αλλά και με έναν δύσκολα κρυμμένο θαυμασμό: "Παναγούλη, εγώ θα σε εκτελέσω", είπε τραβώντας του το μουστάκι. Φεύγοντας, ψιθύρισε στους υφισταμένους του, που έστεκαν με δέος μπροστά στο αφεντικό τους: "Αφήστε τον. Δεν μιλάει. Είναι η μία περίπτωση στο εκατομμύριο"».
Τον κοίταξε διερευνητικά. Με μίσος. Αλλά και με έναν δύσκολα κρυμμένο θαυμασμό: "Παναγούλη, εγώ θα σε εκτελέσω", είπε τραβώντας του το μουστάκι
Ωστόσο, τα βασανιστήρια του Αλέκου συνεχίζονται. Στη δίκη εμφανίζεται καταπονημένος. Το βλέμμα του είναι αγέρωχο. Αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την ευθύνη της απόπειρας, αρνούμενος να αποκαλύψει τη συμμετοχή άλλων. Οι χουντικοί είναι έξαλλοι, έχοντας μάθει από τους συντρόφους του Παναγούλη την ανάμειξη του Κύπριου υπουργού Γιωρκάτζη. Ο Παναγούλης τον προστατεύει και την αρνείται πεισματικά.

Η απολογία του είναι συγκινητική.
«Το ωραιότερον κύκνειον άσμα οιουδήπτε πραγματικού αγωνιστού, είναι ο επιθανάτιος ρόγχος προ του εκτελεστικού αποσπάσματος μίας τυραννίας και αυτήν τη θέσιν αποδέχομαι».

Μαζί με την Οριάνα Φαλάτσι.

Πράγματι, ο Παναγούλης καταδικάζεται δις εις θάνατον στις 17 Νοεμβρίου του 1968 από το στρατοδικείο. Οι διεθνείς αντιδράσεις είναι μεγάλες. Ο συγγραφέας και υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας Andre Malraux απεύθυνε έκκληση, το ίδιο και ο ιταλός πρωθυπουργός Giovanni Leone, ο Pablo Picasso, ο Jean-Paul Sartre. Την ίδια στιγμή παρεμβαίνει ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄, αλλά όπως λέγεται και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Lyndon Johnson. Η Χούντα θορυβείται.
Τον ενημερώνουν ότι την αυγή θα τον εκτελέσουν. Ζητά σχεδόν κωμικά από έναν στρατιώτη να του ψάλει τη νεκρώσιμη ακολουθία. Μετά, ακολουθούν τραγούδια του Θεοδωράκη
Ο δικηγόρος του Παναγούλη τού ζητά να υπογράψει αίτηση που να αιτείται χάρη. Εκείνος αρνείται πεισματικά. Στις 20 Νοεμβρίου, ο Παναγούλης μεταφέρεται στις φυλακές Αίγινας, για να εκτελεσθεί. Ένας αξιωματικός του ζητά να υπογράψει αίτηση, για να ζητήσει χάρη. Αρνείται και πάλι. Τον ενημερώνουν ότι την αυγή θα τον εκτελέσουν. Ζητά σχεδόν κωμικά από έναν στρατιώτη να του ψάλει τη νεκρώσιμη ακολουθία. Μετά, ακολουθούν τραγούδια του Θεοδωράκη. Κοιμάται. Τα χαράματα τον ξυπνούν. Το άγημα εκτελεί παραγγέλματα. Τελικά, τον ενημερώνουν ότι, επειδή είναι τα Εισόδια της Θεοτόκου, η εκτέλεση θα αναβληθεί και θα γίνει την επόμενη ημέρα. Του ζητούν και πάλι να υποβάλει αίτηση για χάρη. Αρνείται. Του λένε ότι θα πεθάνει στις 25 Νοεμβρίου. Τον βάζουν στο τζιπ. Δεν οδηγείται στο πεδίο βολής. Αντίθετα, το αυτοκίνητο κατευθύνεται προς το λιμάνι. Επιστρέφει στην Αθήνα. Οδηγείται στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου. Η εκτέλεση αναβάλλεται επ' αόριστον.

Τον ρίχνουν σε ένα παγωμένο κελί. Δεν έχει καν κρεβάτι, μόνο ένα αχυρένιο στρώμα. Μια τρύπα για τουαλέτα. Οι χειροπέδες βγαίνουν, μόνο για να κάνει τη σωματική του ανάγκη.

Λίγους μήνες αργότερα, ο Παναγούλης γνωρίζεται με τον νεοφερμένο στρατιώτη Γιώργο Μωράκη. Τον πείθει να τον βοηθήσει να δραπετεύσει. Το βράδυ της 5ης προς 6ης Ιουνίου του 1969, ο Μωράκης ανοίγει το κελί του Παναγούλη και του δίνει μια στολή εξόδου. Προχωρούν μαζί και πηδούν τη μάντρα. Παίρνουν το λεωφορείο και κατευθύνονται στην Αθήνα. Ο Παναγούλης θυμάται: «Κρίμα που μας πιάσανε τέσσερις ημέρες αργότερα. Εμένα με συλλάβανε στο σπίτι: ενός προδότη, του Τάκη Πατίτσα. Αυτός ο Πατίτσας είχε επαφές με την Ελληνική Αντίσταση από το 1967. Δούλευε σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο και μας είχε εφοδιάσει με μερικά κλεμμένα διαβατήρια».

Όταν πιάστηκε ο Παναγούλης, μετά την απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου, παρά τους βασανισμούς δεν αποκάλυψε τίποτα για τον Πατίτσα. Φθάνει, λοιπόν, στο σπίτι του γεμάτος εμπιστοσύνη για εκείνον. Όμως ο Πατίτσας θα παραδώσει τα κλειδιά του σπιτιού του στην Αστυνομία, η οποία και θα κάνει έφοδο στο σπίτι.

Τα 30 αργύρια για τον Πατίτσα ήταν 500 χιλιάδες δραχμές. Συλλαμβάνεται φυσικά και ο Μωράκης, οποίος υποβάλλεται επίσης σε φρικτά βασανιστήρια. Η λεπτή ειρωνεία της υπόθεσης; Ο Παπαδόπουλος φοβόταν ότι ο Ιωαννίδης άφησε επίτηδες τον Παναγούλη ελεύθερο, για να τον σκοτώσει.

Ο Παναγούλης επιστρέφει στο Μπογιάτι, όπου αναλαμβάνει νέος διευθυντής ο Νικόλαος Ζαχαράκης. Ξεκινά απεργία πείνας. Ο νέος διευθυντής δεν θέλει να χρεωθεί τον θάνατό του. Δέχεται το αίτημά του και τοποθετεί μία τουαλέτα με καζανάκι στο κελί του. Ο Παναγούλης ονειρεύεται ξανά την απόδραση. Ξύνει με ένα κουτάλι τον διαβρωμένο τοίχο και εξαφανίζει το χώμα στην τουαλέτα, τραβώντας το καζανάκι. Στις 18 Νοεμβρίου του 1969, καταφέρνει να ανοίξει τον τοίχο και να βγει. Ο Ζαχαράκης τον περιμένει απ' έξω. Τον χλευάζει. Τον οδηγούν πίσω στο κελί και τον σπάνε στο ξύλο.
Στις 9 Απριλίου του 1970, σημειώνεται δολοφονική απόπειρα εναντίον του Παναγούλη: το αχυρένιο του στρώμα πιάνει φωτιά
Τον Φεβρουάριο του 1970, ο Παναγούλης μεταφέρεται σε νέο κελί, ειδικά κατασκευασμένο για εκείνον. Οι διαστάσεις του 3Χ1,5 μέτρα. Το μισό βρίσκεται μέσα στη γη.

Στις 9 Απριλίου του 1970, σημειώνεται δολοφονική απόπειρα εναντίον του Παναγούλη: το αχυρένιο του στρώμα πιάνει φωτιά. Πνίγεται από τους καπνούς. Δεν τον μεταφέρουν αρχικά στο νοσοκομείο. Ο Παναγούλης πέφτει σε κόμμα. Οι γιατροί επιμένουν να μεταφερθεί. Στο αίμα του βρίσκουν 92% διοξείδιο του άνθρακα. Καταφέρνει να επιβιώσει μόνο από θαύμα.

Η Αθήνα μετά τον θάνατο του γέμισε με το σύνθημα «Ο Παναγούλης ζει».

Τα χτυπήματα για τον Παναγούλη συνεχίζονται. Τον Μάιο του ανακοινώνουν ότι ο Γιωρκάτζης βρέθηκε νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του, χτυπημένος από οπλοπολυβόλο. Μερικές ημέρες αργότερα, ο πατέρας του φεύγει από τη ζωή.

Ο Αλέκος προσπαθεί να κρατήσει το μυαλό του ζωντανό. Γράφει ποιήματα. Το καλοκαίρι του 1970, κυκλοφορούν στην Ιταλία. Υπήρξαν στρατιώτες που τον βοήθησαν να τα βγάλει έξω από τη φυλακή. Προλογίζει ο Βασίλης Βασιλικός, ενώ την εισαγωγή γράφει ο Pier Paolo Pasolini. Ο Θεοδωράκης μελοποιεί τρία ποιήματα: το «Πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες», το «Μαθαίνοντας τον θάνατό σου» και το «Στην Ελλάδα σήμερα».

Ο Παναγούλης προσπαθεί να σχεδιάσει ξανά μία απόδραση. Αυτή τη φορά, θα τον βοηθούσε ο δεσμοφύλακας στο Μπογιάτι Κώστας Μπεκάκος. Στη σχεδιαζόμενη απόδραση αναμειγνύονται ο ασκούμενος δικηγόρος Κώστας Ανδρουτσόπουλος, αλλά και η Αμαλία Φλέμινγκ. Μέσα σε ένα βιβλίο που του δίνει η μητέρα του, κρύβουν λεπτά σιδηροπρίονα. Ενώ όλα είναι έτοιμα για την απόδρασή του από τις φυλακές της Αίγινας, αποδρά ο συναγωνιστής και ξάδερφός του Νίκος Ζαμπέλης. Σημαίνει συναγερμός. Ψάχνουν το κελί του Παναγούλη, βρίσκουν τα σίδερα πριονισμένα, τον σπάνε στο ξύλο και τον μεταφέρουν στο Κέντρο Εκπαίδευσης Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΚΕΣΑ) στο Γουδί. Ο Μπεκάκος φοβάται και εξαφανίζεται.

Ο Παναγούλης δεν το βάζει κάτω. Στο ΚΕΣΑ γνωρίζεται με τον δεκανέα της ΕΣΑ Δημήτριο Στάικο που υπηρετεί εκεί τη θητεία του. Ο Στάικος τον αντιμετωπίζει φιλικά. Ο Παναγούλης του ζητά να τον βοηθήσει να δραπετεύσει. Ο Στάικος ειδοποιεί τον Ανδρούτσοπουλο. Βράδυ 30ης προς 31 Αυγούστου του 1971, ο Ανδρουτσόπουλος μαζί με τους Ελληνοαμερικανούς John Skelton και Αθηνά Ψυχογιού περιμένουν τον Παναγούλη έξω από το ΚΕΣΑ - η Φλέμινγκ θα τους περίμενε στο τέλος της Μεσογείων, ώστε να παραλάβει τον Παναγούλη με το αυτοκίνητό της. Όμως ο Στάικος τους καρφώνει. Ο ταγματάρχης Χατζηζήσης περικυκλώνει το αυτοκίνητο με τον Ανδρουτσόπουλο, τον Skelton και τη Ψυχογιού. Λίγο αργότερα, συλλαμβάνεται και η Φλέμινγκ. Δικάζονται.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης τον Σεπτέμβριο του 1973 πάνω από το κρεβάτι του
ηρωικού ταγματάρχη Σπύρου Μουστακλή, ο οποίος έμεινε παράλυτος και
έχασε την ομιλία του μετά τα φρικτά βασανιστήρια στα κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ.
Στις 11 Αυγούστου του 1972, συλλαμβάνεται και ο Στάθης Παναγούλης. Υποβάλλεται και εκείνος σε φριχτά βασανιστήρια. Μεταφέρεται επίσης στο Μπογιάτι, όμως δεν θα συναντηθεί ποτέ με τον αδελφό του.

Στις 19 Αυγούστου του 1973, ο Παπαδόπουλος δίνει γενική αμνηστία. Το μέτρο αφορά και τον Παναγούλη. Όταν ο διευθυντής των φυλακών του το ανακοινώνει, εκείνος απαντά ότι δεν ζήτησε χάρη και αρνείται να βγει από το κελί του.
Τα βασανιστήρια: μαστίγωμα με καλώδια και συρματόσχοινα, φάλαγγα, καψίματα με τσιγάρο σε όλο του το κορμί, σεξουαλικά βασανιστήρια με πέρασμα στην ουρήθρα του μιας λεπτής βελόνας
Ο Παναγούλης θα αποφυλακιστεί, έχοντας υποστεί στα πέντε χρόνια της φυλάκισής του τα φριχτότερα βασανιστήρια: μαστίγωμα με καλώδια και συρματόσχοινα, φάλαγγα, καψίματα με τσιγάρο σε όλο του το κορμί, σεξουαλικά βασανιστήρια με πέρασμα στην ουρήθρα του μιας λεπτής βελόνας από ευάγωγο μέταλλο το οποίο θέρμαιναν, απόφραξη αναπνευστικών οδών, ξυλοδαρμούς, στέρηση ύπνου, βίαιη χορήγηση τροφής μετά από απεργία πείνας, ενώ ήταν μόνιμα χειροδέσμιος.

Δύο ημέρες μετά την αποφυλάκισή του, η διεθνούς φήμης ιταλίδα δημοσιογράφος Oriana Fallaci έρχεται στην Ελλάδα για να του πάρει συνέντευξη. Τον συναντά στο πατρικό του στη Γλυφάδα. Η χημεία είναι έκδηλη μεταξύ τους και η συνέντευξη που της παραχωρεί συγκλονιστική.
Δεν φαντάζομαι να πιστεύεις ότι εγώ ταυτίζω την ανθρωπότητα με τα κτήνη της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας! Μα, αυτοί είναι μόνο μια φούχτα άνθρωποι!
«Δεν ζήτησα εγώ τη χάρη. Μου την επιβάλλανε εκείνοι. Εγώ είμαι έτοιμος να γυρίσω ξανά στη φυλακή, και τώρα αμέσως», της λέει. Η Fallaci τον ρωτά αν αγαπά μετά από όλα αυτά ακόμη τους ανθρώπους. «Να τους αγαπάω ακόμη; Θες να πεις, αν τους αγαπάω περισσότερο! Μα, στο Θεό σου, πώς μπορείς να μου κάνεις τέτοια ερώτηση; Δεν φαντάζομαι να πιστεύεις ότι εγώ ταυτίζω την ανθρωπότητα με τα κτήνη της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας! Μα, αυτοί είναι μόνο μια φούχτα άνθρωποι! (…)Εγώ συνάντησα τόσους καλούς ανθρώπους στα πέντε αυτά χρόνια. Ακόμη και αστυνομικούς. Ναι, ναι! Σκέψου μόνο τους απλούς στρατιώτες που έπαιζαν τη ζωή τους, για να βγάλουν από τη φυλακή τα γράμματά μου, τα ποιήματά μου». Θα πει, ακόμη, ότι δεν πιστεύει στο Θεό. Ότι, αν του μιλήσεις για τον Θεό, θα σου απαντήσει με τα λόγια του Einstein: «Πιστεύω στον Θεό του Spinoza». Θα πει ότι δεν επιζητά εκδίκηση, μόνο μια πραγματική δίκη. Ότι θα του ήταν αρκετό, αν καταδικάζανε τους βασανιστές του σε φυλάκιση μιας μόνο μέρας, στο κελί που έζησε εκείνος για πέντε χρόνια.

Ο Αλέκος Παναγούλης στις 10 Ιούνιου του 1969 επιδεικνύεται στους δημοσιογράφους μετά τη σύλληψή του. Είχε προηγηθεί η απόδραση του από τις φυλακές Μπογιατίου με τη βοήθεια του στρατιώτη Γιώργου Μωράκη.

Θα πει ότι δεν είναι κομμουνιστής, επειδή δεν δέχεται τα δόγματα. Ότι, αν ζούσε σε μια δημοκρατική χώρα, θα αφιερωνόταν στην πολιτική. «Επειδή αυτό που κάνω και που έκανα ως τώρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί πολιτική, είναι απλά ένα φλερτ με την πολιτική. Κι εμένα το φλερτ μου αρέσει, αλλά πολύ περισσότερο μου αρέσει ο έρωτας. Στη Δημοκρατία, το να ασχολείσαι με την πολιτική είναι σαν να κάνεις έρωτα με τον έρωτα».

Η ερωτική ατμόσφαιρα με τη Fallaci είναι έντονη. Η ώρα είναι περασμένη και της προτείνει να τη φιλοξενήσει στο πατρικό του. Την επόμενη ημέρα, της ζητά να μην φύγει. Εκείνη, όμως, παίρνει το αεροπλάνο για τη Ρώμη. Το πρώτο του τηλεγράφημα έχει ήδη φθάσει: «Σε περιμένω», της γράφει. Το δεύτερο του τηλεγράφημα φθάνει μετά από δύο ημέρες: «Τι περιμένεις;». Στο τρίτο, ύστερα από τέσσερις ημέρες, έλεγε: «Είμαι πολύ λυπημένος που συνεχίζεις να μην έχεις θάρρος». Την επόμενη εβδομάδα, η Fallaci πηγαίνει στη Βόννη. Λαμβάνει ένα τηλεγράφημα: Ο Παναγούλης της αναφέρει ότι νοσηλεύεται σε πολυκλινική. Το συνοδεύει με ένα ποίημα: «Αγάπης λέξεις ξεχασμένες/ αναστημένες/με φέρνουν πάλι στη ζωή». Η Fallaci τα παράτα όλα και έρχεται στην Ελλάδα. Εκείνο το βράδυ κάνουν για πρώτη φορά έρωτα.

Είναι ερωτευμένοι. Ταξιδεύουν στην Αίγινα - ο Παναγούλης θέλει να δει τον τόπο που θα τον εκτελούσαν. Ύστερα, στην Κρήτη. Εκεί, στη διαδρομή Χανιών-Ηρακλείου, ένα αυτοκίνητο τους καταδιώκει και τους εκφοβίζει. Ο Παναγούλης και η Fallaci προσπαθούν να φύγουν στην Ιταλία. Μετά από δυσκολίες, τελικώς τα καταφέρνουν. Ο Αλέκος προσπαθεί από εκεί να οργανώσει την αντίσταση, ταξιδεύει σε Γερμανία, Γαλλία, Ελβετία, Αυστρία. Πρόθυμοι, δεν θα βρεθούν.

Καταφεύγουν στη Φλωρεντία, σε ένα παραμυθένιο σπίτι μέσα στο δάσος. Εκεί υπάρχει μία ντουλάπα με καθρέπτη. Πάνω της, καθρεπτίζονται μία αγριοκαστανιά και ένα κυπαρίσσι, «έτσι που ήταν σαν να βρισκόσουν μέσα στο δάσος και όχι στο δωμάτιο», όπως γράφει η Fallaci. Μία ημέρα, ένας κοκκινολαίμης μπαίνει στο δωμάτιο, μπερδεύεται και ορμά πάνω στο είδωλο των δέντρων που καθρεπτίζονται στον καθρέπτη. «Ήταν πολύ μικρός, ίσως στο πρώτο πέταγμά του και εσύ τον μάζεψες με λεπτότητα και χέρια που έτρεμαν, του κόλλησες με τσιρότο το φτερό ανάμεσα σε δύο οδοντογλυφίδες, του έφτιαξες φωλιά μέσα σε ένα καπέλο όπου έμεινε δύο ημέρες και δύο νύχτες, κλαψουρίζοντας ένα ελαφρύ κελάηδισμα που μόνο τα ξημερώματα της τρίτης ημέρας σταμάτησε και σε έκανε να πεταχτείς από το κρεβάτι: "Έγινε καλά, έγινε καλά!". Αλλά δεν είχε γίνει καλά, είχε ψοφήσει και χαϊδεύοντας το νεκρό, πουπουλένιο κορμάκι που έμεινε ακίνητο ψιθύρισες: "Σε σκότωσε η απάτη, βλέπεις τι συμβαίνει, όταν κυνηγούμε κάτι που δεν υπάρχει"».
Η Χούντα πέφτει. Στις 13 Αυγούστου του 1974 ο Παναγούλης επιστρέφει στην Αθήνα. Μόνο μια μικρή ομάδα τον περιμένει στο αεροδρόμιο. «Ακούστηκε ένα χειροκρότημα όμοιο με αυτά που ακούγονται, όταν σβήνουν τα κεράκια μίας τούρτας γενεθλίων»
Τη σχέση του Παναγούλη με τη Fallaci σκιάζει ένα γεγονός. Είναι άνοιξη, τα παράθυρα του σπιτιού τους είναι ανοιχτά, όπως διηγείται η Fallaci. Μια παρέα φασιστών φαίνεται να τους παρακολουθεί και να τους παρενοχλεί. Κάθε βράδυ, όταν σβήνουν το φως, μια φωτεινή δέσμη φωτός πέφτει επάνω τους. Ένα βράδυ, ο Παναγούλης δεν αντέχει. Ορμά να βγει έξω, για να τους αντιμετωπίσει. Η Fallaci προσπαθεί να τον εμποδίσει. Αρπάζει το κλειδί. Παλεύουν. Εκείνη διηγείται: «Ένας ισχυρός πόνος. Το κλειδί βρίσκεται στα χέρια σου. Η φωνή μου σπάζει τη σιωπή, για να πει αυτό που ακόμη δεν ξέρεις: "Το παιδί"». Μια εγκυμοσύνη σταματά. Ο Παναγούλης συντρίβεται: «Είμαι ο θάνατος. Κουβαλώ πάνω μου τον θάνατο και τον μοιράζω», θα πει.

Η Χούντα πέφτει. Στις 13 Αυγούστου του 1974 ο Παναγούλης επιστρέφει στην Αθήνα. Σύμφωνα με τη Fallaci, μόνο μια μικρή ομάδα τον περιμένει στο αεροδρόμιο. «Ακούστηκε ένα χειροκρότημα όμοιο με αυτά που ακούγονται, όταν σβήνουν τα κεράκια μίας τούρτας γενεθλίων»
γράφει. «Αφέθηκες να τραβολογηθείς, να καταφιληθείς από ασθμαίνοντα στόματα, να ψηλαφηθείς από ιδρωμένα χέρια, μετά εξαφανίστηκες μέσα σ' ένα αυτοκίνητο και μέχρι την άλλη μέρα το πρωί δεν σε ξαναείδε κανένας. "Γιατί, Αλέκο; Τι έκανες;", "Mεθοκόπησα χειρότερα και από ένα γουρούνι. Και πήγα με μία πουτάνα. Χοντρή". Γιατί, Αλέκο, γιατί;". "Γιατί με κέρδισε σαν κουκλάκι στη σκοποβολή"».

Ο Παναγούλης θα υπάρξει μάλλον άπιστος στη σχέση του με τη Fallaci. Ο φίλος του Νίκος Νικολαΐδης έχει πει: «Εγώ πιστεύω πως ποτέ δεν ξετρελάθηκε μαζί της. Όμως τη θαύμαζε, ως δημοσιογράφο. (…) Κι όταν λογόφερναν δεν της χαρίζονταν: "Βρήκες ένα λουλούδι και με έβαλες στο πέτο σου…". Όμως, την ευγνωμονούσε. Χάρη σε αυτήν άνοιγαν οι πόρτες εφημερίδων και πολιτικών σε όλη την Ιταλία».

Στις εκλογές του 1974 κατεβαίνει υποψήφιος στη Β Αθηνών με την Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις, του Γεώργιου Μαύρου. Εκλέγεται έκτος, με μόλις 9.000 ψήφους. Ο λαός μοιάζει να ξεχνά.

Η δίκη των Συνταγματαρχών ξεκινά. Θανατική ποινή για τον Παπαδόπουλο, τον Παττακό και τον Μακαρέζο. Ο Παναγούλης εκπλήσσει με τη δήλωσή του: «Ανεξάρτητα μ' αυτά, στη συνείδησή μου υπερισχύει ο πολιτικός χαρακτήρας της δίκης και ξεπερνώντας κάθε προσωπικό πάθος πιστεύω πως αποδίδεται δικαιοσύνη και χωρίς να σκάψουμε τάφους. Αλλοίμονο στους λαούς που δεν σκότωσαν τους τυράννους τους την ώρα του αγώνα. Κάθε καταδίκη μετά, στη συνείδηση του ιστορικού, μοιάζει περισσότερο με εκδίκηση, παρά με καταδίκη».

Παράλληλα, ξεκινά η δίκη των δικών του βασανιστών. Ακόμη και εκεί, μοιάζει να είναι επιεικής μαζί τους. Ο Θεοφιλογιαννάκος θα πει στο στρατοδικείο: «Ο Αλέκος… ο βουλευτής Παναγούλης δεν διηγήθηκε όλα όσα μπορούσε να διηγηθεί. Και όσα ανέφερε είναι αλήθεια. Τον παρακαλώ να πιστέψει ότι λυπάμαι που του φερθήκαμε, όπως του φερθήκαμε. Τον παρακαλώ να πιστέψει ότι τον εκτιμώ πολύ, ότι πάντοτε τον εκτιμούσα, ότι και τότε τον εκτιμούσα πολύ. Γιατί… Γιατί κύριοι, ήταν ο μοναδικός που δεν υπέκυψε! Ο μοναδικός που δεν λύγισε ποτέ».


Ο Παναγούλης πλέον έχει άλλους εχθρούς. Όπως γράφει ο Κώστας Μαρδάς, «Έβαλε νέο άμεσο στόχο: Τα αρχεία της ΕΣΑ και τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Με τον τελευταίο είχε ψύχωση. Πίστευε ότι αποτελούσε, τρόπον τινά, τον Δούρειο Ίππο της Ακροδεξιάς, στην καραμανλική κυβέρνηση. Ότι ήταν προστάτης των χουντικών. Ότι ετοίμαζε μια ημιχούντα».

Ο Παναγούλης συνάπτει επίτηδες σχέση με τη γυναίκα του αρχιβασανιστή του Νικόλα Χατζηζήση, για να πάρει με αυτόν τον τρόπο μέρος των αρχείων της ΕΣΑ που μαθαίνει ότι βρίσκονται στα χέρια της. Το καταφέρνει.
Τα Νέα γράφουν: «Σκότωσαν τον Παναγούλη για να μην κάνει αποκαλύψεις». Οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες μιλούν για δυστύχημα, υιοθετώντας τη θέση της κυβέρνησης
Σύμφωνα με τη Fallaci, ανακαλύπτει εκεί έγγραφα που ενοχοποιούν πολιτικούς για σχέσεις με τη Χούντα. Στις 14 Απριλίου του 1976, ο Παναγούλης παραιτείται και από το κόμμα του. Παράλληλα, συνεννοείται με την εφημερίδα Τα Νέα για τη δημοσίευση των αρχείων που απέσπασε. Οι δημοσιεύσεις ξεκινούν, αλλά σταματούν άδοξα λίγες ημέρες μετά, εξαιτίας απαγορευτικής εντολής του επιτρόπου του στρατοδικείου Μιχάλη Ζούβελου. Σύμφωνα με τη Fallaci, οι ανώνυμες απειλές για τη ζωή του Παναγούλη είναι συνεχείς και εκείνος, μετά την απαγόρευση, θέλει να φέρει τα στοιχεία που κατέχει στη Βουλή - εν ανάγκη, θα έβγαζε δικό του περιοδικό, προκειμένου να τα δημοσιεύσει.

Δεν προλαβαίνει. Το νήμα της ζωής κόβεται το Σάββατο της 1ης Μαΐου του 1976. Τα Νέα γράφουν: «Σκότωσαν τον Παναγούλη για να μην κάνει αποκαλύψεις». Οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες μιλούν για δυστύχημα, υιοθετώντας τη θέση της κυβέρνησης.
Η κηδεία του Παναγούλη πραγματοποιείται στις 5 Μαΐου. Τον δρόμο πλημμυρίζουν χιλιάδες Έλληνες και Ελληνίδες. Τα ερωτήματα για τον θάνατό του παραμένουν.
Τέσσερις ημέρες μετά τον θάνατο του Παναγούλη, ο Μιχάλης Στέφας, ένας 31χρονος βιοτέχνης εμφανίζεται στην Αστυνομία και δηλώνει ότι ο Παναγούλης έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του μετά από πρόσκρουση στο πίσω δεξιό φτερό του δικού του αυτοκινήτου, επιβεβαιώνοντας την εκδοχή του δυστυχήματος. Σύμφωνα με τον ίδιο, εγκατέλειψε αβοήθητο τον Παναγούλη, επειδή το αυτοκίνητό του έφερε ξένη πινακίδα που δεν ίσχυε στην Ελλάδα και φοβόταν μην έμπλεκε.
Δηλώνει μέλος της νεολαίας του ΚΚΕ εσωτερικού, Ρήγας Φεραίος. Η νεολαία ανακοινώνει ότι δεν τον γνωρίζει. Κατά διαβολική σύμπτωση, στις 10 το πρωί, λίγες ώρες πριν από το θανατηφόρο συμβάν, ο Στέφας βρισκόταν στο ισόγειο κατάστημα της πολυκατοικίας όπου στεγαζόταν και το γραφείο του Αλέξανδρου Παναγούλη, προκειμένου να αγοράσει εξαρτήματα για τις ραπτομηχανές της βιοτεχνίας του. Η Fallaci ουρλιάζει ότι πρόκειται για δολοφονία.

Έναν χρόνο αργότερα, πραγματοποιείται η δίκη. Κατά τη διάρκειά της η Αθήνα Παναγούλη δηλώνει: «Υποτιμώ τη νοημοσύνη ολόκληρης της υφηλίου, αν καταθέσω σε αυτή τη δίκη ότι ο γιος μου υπήρξε θύμα τροχαίου. Ήταν δολοφονία. Διέπραξαν ένα καθ' όλα τέλειο έγκλημα». Ένας αυτόπτης μάρτυρας επέμενε για την εμπλοκή στο συμβάν τριών αυτοκινήτων. Το δικαστήριο επέβαλε ποινή 3,5 χρόνων στον Στέφα. Μετά από έφεσή του, η ποινή μειώθηκε σε 11 μήνες φυλάκισης, που εξαγοράσθηκε προς 150 δραχμές την ημέρα και σε πρόστιμο 3.000 δραχμών. Η οικογένεια Παναγούλη μίλησε για παρωδία και αποχώρησε από το δικαστήριο.

Η κηδεία του Παναγούλη πραγματοποιείται στις 5 Μαΐου. Τον δρόμο πλημμυρίζουν χιλιάδες Έλληνες και Ελληνίδες. Τα ερωτήματα για τον θάνατό του παραμένουν.

Το 2013, ο Στάθης Παναγούλης δηλώνει στη Ελευθεροτυπία: «Τα αρχεία της ΕΣΑ τα βρήκε ο ίδιος με συνεργάτες του από το σπίτι του Χατζηζήση, ο οποίος ήταν διοικητής του ΕΑΤ-ΕΣΑ. Εκεί περιγράφονταν οι σχέσεις της Χούντας με πολιτικούς. Είχε έρθει σε ρήξη με τον Αβέρωφ, αλλά, κατά τη γνώμη της οικογένειας, δεν σχετίζεται με το γεγονός. Κλειδί της υπόθεσης ήταν το παρακράτος που έζησε η χώρα μας μετά τον Εμφύλιο. Εμείς εκείνη την εποχή είχαμε πει ότι τα θεωρούσαμε όλα πιθανά. Ενδείξεις είχαμε, αποδείξεις δεν είχαμε. Είχαμε ενδείξεις ότι παρακολουθείτο».

Η Fallaci θα γράψει στο βιβλίο της: «Η ιστορία του κόσμου μας απέδειξε καλά ότι, μόλις πεθάνει ένας αρχηγός, εφευρίσκεται ένας άλλος, μόλις πεθάνει ένας άνθρωπος της δράσης, εμφανίζεται ένας άλλος. Όμως, όταν πεθάνει ένας ποιητής, όταν εξοντωθεί ένας ήρωας, δημιουργείται ένα ασυμπλήρωτο κενό και δεν μένει άλλο από το να περιμένουμε από τους θεούς να τον αναστήσουν. Ποιος ξέρει πού, ποιος ξέρει πότε».






Έρη Βαρδάκη
vice.com/gr
ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ