Ισως είναι η χειρότερη ιστορική περίοδος αυτή που διανύει η κοινοβουλευτική δημοκρατία, στην Ελλάδα και σ’ όλη την οικουμένη. Η επίθεση που έχει εξαπολύσει το κεφάλαιο εναντίον των φτωχών και μικρομεσαίων, εναντίον των κοινωνικών, πολιτικών και συνταγματικών δικαιωμάτων έχει τρομοκρατήσει τους πάντες.
Η κοινωνία αμήχανη και αδύναμη έχει σηκώσει τα χέρια, έχει παραδοθεί αμαχητί. Βέβαια, αφού εκχώρησε αδιαμαρτύρητα την τύχη της σε αντιπροσώπους, αφού η ίδια δεν μερίμνησε να αυτοοργανωθεί ή να διασφαλίσει έναν ικανό έλεγχο σ’ αυτούς τους αντιπροσώπους (της) και αφού, τέλος, δεν διεκδίκησε την παρουσία της στους θεσμούς που συνθέτουν τον μηχανισμό της εξουσίας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Ούτε στάθηκε ικανή να διατηρήσει τις κατακτήσεις (με αίμα και ζωές) των αγώνων των εργαζομένων τους τελευταίους δύο αιώνες. Στέγνωσαν τα φυτώρια αντίστασης (πανεπιστήμια, συνδικάτα, καλλιτέχνες, συγγραφείς, οποιοσδήποτε τόπος όπου κοχλάζουν οι ιδέες, η αμφισβήτηση, η αντίσταση).
Η Αριστερά, που τόσες ελπίδες είχε εμφυσήσει, ως γέννημα-θρέμμα πολιτικός-κοινωνικός φορέας, ως αντίπαλον δέος στον καπιταλισμό και την ανέλεγκτη δύναμη των αγορών - του κεφαλαίου, αποδείχτηκε ανεπαρκής και ανέτοιμη (κενή ιδεολογικά) να υπερασπιστεί την κοινωνία.
Και όχι μόνον αυτό. Με τη μεγάλη της αφήγηση για αλλαγή του κόσμου, με τον αφηρημένο και στρυφνό χαρακτήρα της, με την πολυδιάσπασή της σε κόμματα και οργανώσεις (όπου η αλήθεια, η μία και μοναδική του κάθε κόμματος, της κάθε οργάνωσης δέσποζε - κυριολεκτικά) «κατάφερε» το απευκταίο: να στραφεί η κοινωνία εναντίον της (!) ή τουλάχιστον να απογοητευτεί και απ’ αυτήν.
Φάνηκε στα μάτια της κοινωνίας ότι αντί η Αριστερά να αντιμάχεται αποτελεσματικά τη φρίκη του καπιταλισμού, ουσιαστικά τον ενδυνάμωσε με τη δειλία της (ας αφήσουμε τη δικαιολογία περί αμυντικού, έντιμου και γενναίου, προσωρινού συμβιβασμού) και επιπλέον τον ενθάρρυνε να μην ντρέπεται να δείχνει το αποκρουστικά αντικοινωνικό του προσωπείο. Εμ, βέβαια.
Με τόσες αντιφάσεις, τόσες παλινωδίες και αδολεσχίες, τόσες άγονες λεκτικές λεπτολογίες, έσπρωξαν τους ανθρώπους στον σκεπτικισμό και στη συνέχεια στην απάρνηση και -φευ- στην αναζήτηση άλλων δημαγωγών (εθνικιστών, ρατσιστών, ναζιστών και δεν συμμαζεύεται).
Εντάξει, όχι όλους· πολλούς, όμως, ώστε να μιαίνεται και να αποδιαρθρώνεται η ελληνική κοινωνία. Και οι πολλοί, όμως, απομακρύνθηκαν, απέχοντας από τη διαδικασία των εκλογών. Αλλά και όσοι εξακολουθούν να επιδοκιμάζουν τα υπάρχοντα κόμματα, τελούν εν συγχύσει.
Εάν εξαιρεθούν οι «παραδοσιακοί» ψηφοφόροι και οι καιροσκόποι, συμφεροντολόγοι και λοιποί ασθενείς ιδεολογικά, ο κόσμος σήμερα απαιτεί έναν καθαρό πολιτικό λόγο, ειλικρινή και κατανοητό που θα δίνει απτές και ρεαλιστικές λύσεις. Λύσεις και όχι εικασίες.
Ηδη κοντεύουν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ακούγεται ευρέως- ότι όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουν. Αυτό σημαίνει ότι η Αριστερά έχει χάσει κάθε πλεονέκτημα, κοινωνικό, ηθικό, ιδεολογικό, πολιτισμικό.
Ισως, δεν έχει χαθεί όμως αυτό που εννοούμε όταν λέμε Αριστερά, δηλαδή η κοινωνία και όχι μια ηγετική ελίτ. Δεν είναι δυνατόν η κοινωνία να μείνει και τώρα απαθής· δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευκαιρία γι’ αυτήν. Εάν και τώρα δεν εμφανιστεί, ζήτω που καήκαμε.
